Πρόσωπα του ρωσικού ελληνισμού.


Πρόσωπα του ρωσικού ελληνισμού.

Όσιπ Μάντελσταμ

Πούσκιν και Σκριάμπιν

«Ο Σκριάμπιν είναι το επόμενο – μετά τον Πούσκιν – στάδιο του ρωσικού ελληνισμού…»

Μετάφραση Ευγενια Κριτσέφσκαγια

Πούσκιν και Σκριάμπιν – δυο μεταμορφώσεις ενός ήλιου, δυο μεταμορφώσεις μιας καρδιάς. Δυο φορές ο θάνατος του δημιουργού μάζεψε το ρωσικό λαό και άναψε τον ήλιο από πάνω του. Και οι δυο τους έχουν δώσει δείγμα οικουμενικού, ρωσικού θανάτου, έχουν πεθάνει με γεμάτο θάνατο, όπως έζησαν μια γεμάτη ζωή. Η προσωπικότητά τους, πεθαίνοντας, γιγαντώθηκε έως τα όρια του συμβόλου ενός ολόκληρου έθνους, ενώ ο ήλιος-καρδιά του εκλιπόντος σταμάτησε για πάντα στο ζενίθ των παθών και της δόξας.

Θέλω να μιλήσω για το θάνατο του Σκριάμπιν ως ύψιστη πράξη του έργου του. Πιστεύω πως ο θάνατος ενός δημιουργού δεν πρέπει να αποκόπτεται από την αλυσίδα των δημιουργικών του επιτευγμάτων, πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε ως το τελευταίο, τελικό της κρίκο. Από αυτή την τελευταία χριστιανική άποψη ο θάνατος του Σκριάμπιν είναι εκπληκτικός. Δεν είναι εκπληκτικός μονάχα ως μεταθανάτια ανύψωση του καλλιτέχνη στα μάτια του πλήθους, αλλά σαν η ίδια η πηγή αυτή της δημιουργίας, το θεολογικό της αίτιο. Αν αφαιρέσουμε τον πέπλο του θανάτου απ’ αυτή τη δημιουργική ζωή, θα τη δούμε να εκρέει ελεύθερα από το πραγματικό της αίτιο – τον θάνατο, θα βολεύεται γύρω από αυτόν σαν γύρω από τον ήλιο της, απορροφώντας το φως του.
Τον Πούσκιν τον κηδέψανε νύχτα. Τον κηδέψανε κρυφά. Ο Άγιος Ισαάκιος – μεγαλοπρεπής, όλος μάρμαρο – δεν αξιώθηκε να δει το ηλιόμορφο σώμα του ποιητή. Τη νύχτα έβαλαν τον ήλιο στο φέρετρο, και μες στην παγωνιά του Γενάρη έτριξαν τα χιονοπέδιλα του έλκηθρου που οδηγούσε τον ποιητή στην εκκλησία.

Σας θυμίζω την εικόνα της κηδείας του Πούσκιν για να ανασύρω από τη μνήμη σας τη μορφή του νυχτερινού ήλιου – μορφή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, δημιούργημα του Ευριπίδη – το φάντασμα της δύστυχης Φαίδρας.

Στις μοιραίες ώρες της κάθαρσης και της θύελλας ανυψώσαμε τον Σκριάμπιν, που ο ήλιος-καρδιά του καίει από πάνω μας, δυστυχώς όχι ως ήλιος της εξιλέωσης, αλλά ως ήλιος της ενοχής. Κάνοντας τον Σκριάμπιν σύμβολό της την ώρα του παγκόσμιου πολέμου, Ρωσία, η Φαίδρα…

Ο χρόνος μπορεί να γυρίσει πίσω: όλη η πορεία της νεώτερης ιστορίας, που με τρομακτική δύναμη γύρισε από τον χριστιανισμό στο βουδισμό, και τη θεοσοφία το μαρτυράει… Δεν υπάρχει ενότητα! «Υπάρχουν πολλοί κόσμοι, όλα βρίσκονται σε σφαίρες, ο θεός εξουσιάζει τον Θεό!» Τί είναι: παραλήρημα ή τέλος του χριστιανισμού;

Δεν υπάρχει προσωπικότητα! «Εγώ» – είναι η παροδική κατάσταση, έχεις πολλές ψυχές, πολλές ζωές! Τί είναι; Παραλήρημα ή τέλος του χριστιανισμού;

Δεν υπάρχει χρόνος! Η χριστιανική χρονολογία κινδυνεύει, ο εύθραυστος υπολογισμός των χρόνων της εποχής μας χάθηκε – ο χρόνος πισωδρομεί με θόρυβο και συριγμούς καθώς ο φραγμένος χείμαρρος – ο νέος Ορφέας πετά τη λύρα του στον αφρό που κοχλιάζει: η τέχνη δεν υπάρχει πια!

Ο Σκριάμπιν είναι το επόμενο – μετά τον Πούσκιν – στάδιο του ρωσικού ελληνισμού, η παραπέρα νομοτελειακή αποκάλυψη της ελληνιστικής φύσης του ρωσικού πνεύματος. Είναι ο μαινόμενος Έλλην: να η τεράστια αξία του Σκριάμπιν για τη Ρωσία και τον χριστιανισμό. Μέσω του Σκριάμπιν η Ελλάδα έχει συγγενέψει με τους Ρώσους σχηματικούς που έκαιγαν τον εαυτό τους στα φέρετρα. Πάντως βρίσκεται πολύ πιο κοντά σ’ αυτούς παρά στους δυτικούς θεοσοφιστές. Ο χιλιασμός του – είναι η καθαρά ρωσική δίψα για σωτηρία, και το αρχαίο που έχει μέσα του είναι εκείνη η μανία που εκφράζει την δίψα αυτή.

Η χριστιανική τέχνη είναι πάντα πράξη που βασίζεται στη μεγάλη ιδέα της εξιλέωσης. Είναι η ατελεύτητα ποικολόμορφη στις εκφράσεις της «μίμηση του Χριστού», η αιώνια επιστροφή στη μοναδική δημιουργική πράξη που έθεσε την αρχή της δικής της ιστορικής εποχής. Η χριστιανική τέχνη είναι ελεύθερη. Είναι με όλη της τη σημασία «τέχνη για την τέχνη». Καμιά αναγκαιότητα, ακόμα και η υψίστη, δεν αμαυρώνει την λαμπρή εσωτερική ελεύθερία της, διότι το πρότυπό της, εκείνο που μιμείται, είναι η αυτοεξιλέωση του κόσμου διά του Χριστού. Όχι λοιπόν η θυσία, όχι η εξιλέωση στην τέχνη, αλλά η ελεύθερη και χαρμόσυνη μίμηση του Χριστού είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της χριστιανικής αισθητικής. Η τέχνη δεν μπορεί να είναι θυσία, διότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί, δεν μπορεί να είναι εξιλασμός, διότι ο κόσμος μαζί με τον καλλιτέχνη έχει ήδη εξιλεωθεί. Τι μας μένει; Η χαρούμενη επικοινωνία με τον Θεό. Σαν το παιχνίδι του πατέρα με τα παιδιά του, η τυφλόμυγα και το κρυφτό του πνεύματος. Η θεϊκή αυταπάτη της εξιλέωσης, που ενέχει η χριαστιανική τέχνη, εξηγείται καθαρά μ’ αυτό το παιχνίδι της Θεότητας μαζί μας, το οποίο μας επιτρέπει να περιπλανιόμαστε στα μονοπάτια του μυστηρίου με σκοπό να βρούμε μόνοι μας την εξιλέωση, αφού πρώτα περάσουμε την κάθαρση. Δηλαδή τον εξιλασμό στην τέχνη. Οι χριστιανοί καλλιτέχνες είναι καθώς απελεύθεροι της ιδέας της εξιλέωσης – όχι οι δούλοι, όχι οι κήρυκες. Όλος ο δυο χιλιάδων πολιτισμός μας χάρη στην θαυμαστή έννοια του χριστιανισμού είναι η απελευθέρωση του κόσμου για παιχνίδι, για πνευματική χαρά, για ελεύθερη «μίμηση του Χριστού». Ο χριστιανισμός άρχισε να ενσαρκώνει την απολύτως ελέυθερη σχέση με την τέχνη, πράγμα που δεν μπόρεσε να κάνει ούτε πριν, ούτε μετά από αυτόν καμιά ανθρώπινη θρησκεία.

Τρέφοντας την τέχνη, χαρίζοντάς της την σάρκα του, προτείνοντας της ως ακλόνητη μεταφυσική βάση το πραγματικό γεγονός της εξιλέωσης, ο χριστιανισμός δεν απαιτούσε τίποτα για αντάλλαγμα.

Γι’ αυτό ο χριστιανικός πολιτισμός δεν απειλείται από τον κίνδυνο της εσωτερικής πτώχευσης. Είναι ανεξάντλητος, ατελεύτητος διότι θριαμβεύει στη μάχη με τον χρόνο, πυκνώνει ξανά και ξανά την χάρη του σε μεγαλοπρεπή σύννεφα και τα χύνει σε καθημερινή βροχή. Δεν μπορούμε να αποδείξουμε με αρκετή δύναμη ότι την αιώνια φρεσκάδα του και τη νεότητά του ο ευρωπαϊκός πολιτισμός τη χρωστάει στην χάρη του χριστιανισμού απέναντι στην τέχνη. Ακόμα δεν έχει ερευνηθεί ο τομέας της χριστιανικής δυναμικής – η δράση του πνεύματος στην τέχνη ως ελεύθερη εδραίωση στο βασικό στοιχείο της εξιλέωσης, ιδιαίτερα στη μουσική.
Στον αρχαίο κόσμο θεωρούσαν τη μουσική καταστροφική δύναμη. Οι Έλληνες φοβόντουσαν το φλάουτο και τον φρυγικό τόνο τον έβλεπαν επικίνδυνο και αποπλανητικό, ενώ ο Τέρπανδρος αναγκαζόταν να δίνει μάχη για κάθε καινούργια χορδή. Η δυσπιστία απέναντι στη μουσική ως σκοτεινό και ύποπτο στοιχείο ήταν τόσο δυνατή, ώστε το κράτος αναγκάστηκε να πάρει τη μουσική υπό την προστασία του και να την κηρύξει μονοπώλειό του, και τον μουσικό να τον αναγορεύσει ως μέσο και δείγμα στήριξης της πολιτικής τάξης, της αστικής αρμονίας-ευνομίας.

Αν και οι Έλληνες δεν γνώριζαν την καθαρή μουσική, η οποία ανήκει εξ’ ολοκληρου στον χριστιανισμό. Η ορεινή λίμνη της χριστιανικής μουσικής καταστάλαξε μετά από βαθιά αλλαγή, που μετέτρεψε την Ελλάδα σε Ευρώπη.

Ο Χριστιανισμός δεν φοβόταν τη μουσική. Ο χριστιανικός κόσμος λέει με χαμόγελο στον Διόνυσο: «Αντε λοιπόν, δοκίμασε, διέταξε τις Βάκχες σου να με κατασπαράξουν. Είμαι όλος και ακεραιός, όλος μια προσωπικότητα, μια συνοχή, μια ενότητα». Πόσο δυνατή είναι στην καινούργια μουσική αυτή η σιγουριά για τον τελικό θρίαμβο της προσωπικότητα, ακέραιας και αβλαβούς. Και αυτή η σιγουρια για την προσωπική σωτηρία γίνεται ο επικρατών τόνος στην χριστιανική μουσική, βάφοντας την ηχηρότητα του Μπετόβεν σε λευκό μάρμαρο της δόξας του Σινά.
Η φωνή είναι η προσωπικότητα. Το πιάνο είναι η σειρήνα. Η απόσταση του Σκριάμπιν από τη φωνή, το μεγάλο του πάθος για τη σειρήνα του πιανισμού, σηματοδοτεί την απώλεια της χριστιανικής αίσθησης της προσωπικότητας, του μουσικού «ειμί». Αμίλητη, περίεργα μουγγωμένη η χορωδία του Προμηθέα – είναι η ίδια η σειρήνα της αποπλάνησης.

Η καθολική χαρά του Μπετόβεν, η σύνθεση της Ενάτης συμφωνίας, «ο θρίαμβος της λευκής δόξας» είναι απρόσιτη στον Σκριάμπιν. Με αυτήν την έννοια έχει αποκοπεί από την χριστιανική μουσική, βρήκε τον δικό του δρόμο.

Το πνεύμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας ξύπνησε στη μουσική. Η μουσική έκανε τον κύκλο της και επέστεψε εκεί από όπου βγήκε: πάλι η τροφός καλεί τη Φαίδρα, πάλι η Αντιγόνη αναζητά ταφή και τελετές για τη σωρό του αγαπημένου της αδελφού.

Κάτι συνέβη με τη μουσική, κάποιος αγέρας έσπασε με τη βία τα μουσικά καλάμια, ξηρά και ηχηρά. Απαιτούμε τη χορωδία, βαρεθήκαμε τον ψίθυρο του σκεπτόμενου καλαμιού… Πολύ, πάρα πολύ παίξαμε με τη μουσική χωρίς να υποψιαζόμαστε τον κίνδυνο που έκρυβε μέσα της. Και ενώ – ίσως από ανία – επινοούσαμε ένα μύθο για να ωραιοποιήσουμε την ύπαρξή μας, η μουσική μας έριξε τον δικό της μύθο – όχι φτιαχτό, αλλά γεννημένο, αφρογέννητο, πορφυρογέννητο, βασιλικής καταγωγής, νόμιμο διάδοχο των αρχαίων μύθων – το μύθο για τον ξεχασμένο χριστιανισμό.

…Οι αμπελώνες του γέρο-Διόνυσου: βλέπω τα κλειστά μάτια και το ελαφρύ, θριαμβικό μικρό κεφάλι, λίγο γερμένο προς τα πίσω. Είναι η μούσα της θύμησης, η αλαφροΐσκιωτη Μνημοσύνη, η πρεσβύτερη στη χορωδία. Από το λεπτό εύθραυστο πρόσωπό της πέφτει η μάσκα της λήθης, η μνήμη θριαμβεύει – έστω και με αντίτιμο το θάνατο: το να πεθαίνεις σημαίνει να θυμηθείς, να θυμηθείς σημαίνει να πεθαίνεις… Να θυμηθείς με κάθε θυσία! Να νικήσεις τη λήθη, έστω και με τον θάνατο. Να το σύνθημα του Σκριάμπιν, να ο ηρωϊκός σκοπός της τέχνης του! Με αυτήν την έννοια έλεγα πως ο θάνατος του Σκριάμπιν που χύνει πάνω του εκτυφλωτικό και αναπάντεχο φως είναι η ανώτερη πράξη της δημιουργίας του.

Η μάχη δεν έχει τελειώσει ακόμα: ο πόλεμος είναι στο απώγειό του. Ο καθένας που νιώθει Έλληνας, πρέπει και σήμερα να παραμένει σε επιφυλακή όπως και δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Δεν γίνεται να εξελληνίσεις μια για πάντα όπως ξαναβάφεις ένα σπίτι. Ο χριστιανικός κόσμος είναι ένας οργανισμός, ένα ζωντανό σώμα. Οι υφείς του κόσμου μας ανανεώνονται με το θάνατο. Πρέπει να καταπολεμάς τη βαρβαρότητα κάθε νέας ζωής, μια και μέσα της, τόσο ακμαία, ο θάνατος δεν έχει ακόμα νικηθεί. Όσο στον κόσμο υπάρχει ο θάνατος θα υπάρχει και ο ελληνισμός, διότι ο χριστιανισμός εξελληνίζει το θάνατο…Ο ελληνισμός γονιμοποιημένος από το θάνατο, γίνεται χριστιανισμός. Ο σπόρος του θανάτου που έπεσε στη γη της Ελλάδος, άνθισε θαυμάσια: ο πολιτισμός μας μεγάλωσε από αυτόν τον σπόρο, κρατάμε τη χρονολογία μας από τη στιγμή που τον δέχτηκε η ελληνική γη.

Παν το ρωμαϊκό είναι στείρο, μια και η γη της Ρώμης είναι Ελλάδα που στερήθηκε τη χάρη της.

Η τέχνη του Σκριάμπιν έχει άμεση σχέση με εκείνο το καθήκον του χριστιανισμού που εγώ ονομάζω «εξελληνισμός του θανάτου», και μέσα από αυτό αποκτά μια βαθιά έννοια.

Όλα αυτά είναι μουσική, μια και περιέχει τα μόρια της ύπαρξής μας.

Όλο το μέλος στην καθαρή του μορφή ανταποκρίνεται στη μοναδική αίσθηση της προσωπικότητας, όπως την ήξερε η Ελλάδα, τόσο η αρμονία είναι χαρακτηριστική για την πολύπλοκη μεταχριστιανική αίσθηση του «εγώ».

Η αρμονία ήταν κατά μια έννοια απαγορευμένος καρπός για τον κόσμο που δεν είχε σχέση με το αμάρτημα. Η μεταφυσική ουσία της αμαρτίας είναι στενότατα συνδεδεμένη με την χριστιανική αντιμετώπιση του χρόνου. Η αρμονία είναι κρυσταλλοποιημένη αιωνιότητα, βρίσκεται όλη στην εγκάρσια τομή του χρόνου, σε εκείνη την τομή που μόνο ο χριστιανισμός αναγνωρίζει. Όλοι οι μυστικιστές απορρίπτουν ενεργά μια αιωνιότητα υποκείμενο στον χρόνο, αποδεχόμενοι αυτήν την εγκάρσια τομή, την προσιτή μονάχα στους ευσεβείς, και καθιστώντας την αιωνιότητα την ίδια ως την καρδιά του χρόνου: η χριστιανική αιωνιότητα είναι η κατηγορία του Καντ, κομμένη με το σπαθί των Σεραφίμ. Το κέντρο βάρους της μουσικής του Σκριάμπιν βρίσκεται στην αρμονία: η αρμονική αρχιτεκτονική είναι η ίδια η μουσική.

1915
Αλεξάντρ Σκριάμπιν. Προμηθέας. Το Ποίημα της Φωτιάς (απόσπασμα)