Οι ηθοποιοί είναι άγιοι άνθρωποι!


«Οι ηθοποιοί είναι άγιοι άνθρωποι!»
Ημέρα έβδομη και τελευταία
«Ο ηθοποιός δεν πρέπει να κλαίει. Πρέπει να κλαίει ο θεατής. Δεν γίνεται να βλέπεις για πολλή ώρα πώς υποφέρουν οι ήρωες. Δημιουργείται κάποια δυσπιστία απέναντι στο θέατρο. Υπάρχει πολύ καλή κινέζικη παροιμία: «Το είπες μια φορά κι εγώ σε πίστεψα, το είπες δεύτερη φορά και άρχισα να αμφιβάλλω, το είπες τρίτη φορά – και κατάλαβα ότι λες ψέματα».
«Για τον ηθοποιό είναι πολύ σημαντικό να συνειδητοποιεί, τι χώρο πρέπει να καταλάβει, ποια θέση να πάρει στη σκηνή. Για να μην είναι τόσο ανοιχτός. Τι σημαίνει αυτό; Η σχέση με τον συμπαίκτη δεν σημαίνει μόνο ότι κάτι θέλω από αυτόν, αλλά και ότι θέλω κάτι να κρύψω από αυτόν. Δεν πρέπει ν’ ανοίγουμε αμέσως το δράμα».
«Μπορούμε να μην τηρούμε την υπόθεση, τη δομή, αλλά πρέπει να τηρούμε το νόημα. Για αυτό κάνουμε τα etude, για να πιάσουμε αυτό το νόημα»
«Μην παίζεις με τον Διάολο. Μην νομίζεις, ότι μπορείς να τον ξεγελάσεις. Ο Διάολος πάντα θα ξεγελάει εσένα».
«Κάνω etude, που αφορά άλλον τόπο και χρόνο, ακόμα και άλλη κατάσταση, αλλά παίρνω την κατάσταση σοκ και παρατηρώ πώς συμπεριφέρομαι. Προκαλώ με αυτόν το τρόπο το σωστό συναίσθημα, προκαλώ την συνειρμική μνήμη. Η συνειρμική μνήμη μας βοηθάει να μην σκεφτόμαστε πως θα παίξουμε».
«Στον καθένα από μας ζει ο ήρωας και ο δειλός, ο άγγελος και ο διάολος. Όπως στους Βουδιστές: συνυπάρχουν το συν και το πλην, ο άνθρωπος περιέχει τα πάντα, και ανάλογα με το ποσοστό της κάθε «ουσίας» νικάει η μία ή η άλλη. Όπως και στην ιστορία: υπάρχει μητέρα και υπάρχει και πόρνη, συνυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο. Νικάει η μια ή η άλλη, και συχνά κάποιες στιγμές στον ίδιο άνθρωπο νικάει η μια, και κάποιες άλλες στιγμές – η άλλη. Δεν είμαστε μονοσήμαντοι. Έτσι προσεγγίζετε το ρόλο».
«Η παθολογία δεν αποτελεί αντικείμενο της τέχνης»
«Στην τέχνη μπορείς να μελετάς τα αίτια της παθολογίας, δεν γίνεται όμως να μελετάς την εκ γενετής παθολογία. Η παθολογία, που προήλθε από τις συνθήκες ζωής, προκαλεί και συμπόνια, και ανάλυση. Δηλαδή αναλύω για ποιο λόγο συνέβη αυτό η το άλλο, πίσω από αυτού του είδους παθολογία βρίσκεται και κοινωνική, και ψυχολογική ανάλυση. Δεν μπορώ όμως να γελάω, όταν ο άνθρωπος συνέχεια χοροπηδάει στο ένα πόδι. Είναι προφανώς άρρωστος. Στο θέατρο δεν πρέπει να δείχνουμε τις αρρώστιες. Στον Μπρεχτ κάτι οδηγεί τον άνθρωπο σ’ αυτή την κατάσταση. Η καθαρή παθολογία είναι πολύ σπάνια».
«Πρέπει να προσεγγίζεις το ρόλο μέσα από τον εαυτό σου, μέσα από την συνειρμική μνήμη, παρακάτω θα σε βοηθήσει η φαντασία».
«Στην τέχνη δεν υπάρχει αντικειμενικότητα».
«Γιατί γράφουμε στις αφίσες: Σαίξπηρ. Άμλετ. Παίζει ο τάδε. Αυτό σημαίνει, ότι θα δούμε την άποψη αυτού του τάδε για τον Άμλετ. Δεν υπάρχει αντικειμενικός Άμλετ».
«Γενικά, οι παραστάσεις που ανεβάζω παίζονται για πολλά χρόνια και δεν διαλύονται. Έτσι, ο Βυσσινόκηπος μου παίζεται στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας επί 14 ολόκληρα χρόνια. Δεν διαλύονται εκείνες οι παραστάσεις που έχουν εσωτερικό σκελετό, άκαμπτη κατασκευή. Την κάθε παράσταση πρέπει να κάνεις έτσι, ώστε ο ηθοποιός να καταλαβαίνει τι παίζει. Πρέπει να καταλαβαίνει τη γραμμή του ρόλου, πώς περνάει μέσα από όλο το έργο. Είναι σαν τις νότες, είναι μια φιξαρισμένη γραμμή».
«Ηθοποιοί φοβούνται να παίζουν με νότες, σκεπτόμενοι ότι είναι κάτι ξένο. Τους αρέσει πολύ να πιστεύουν ότι είναι οι ίδιοι συγγραφείς του έργου και όχι ερμηνευτές. Αλλά κανένα μεγάλο μουσικό – πιανίστα ή βιολιστή – δεν ενοχλεί το γεγονός, ότι παίζει με νότες: μέσα από την ξένη μουσική εκφράζει τον εαυτό του. Είναι ο συσχετισμός ανάμεσα στη φόρμα και τον αυτοσχεδιασμό».
«Αν δεν υπάρχει φόρμα, η παράσταση θα διαλυθεί. Δεν θα βγει ούτε το ντουέτο της ζωής, ούτε, εννοείται, το κουαρτέτο».
«Είναι όπως το ποτάμι: πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες όχθες και μέσα σ’ αυτές τις όχθες να κυλάει η ζωντανή ζωή. Κάθε μέρα το ποτάμι κυλά με διαφορετικό τρόπο, κάθε μέρα είναι διαφορετικό. Οι όχθες όμως πρέπει να είναι δυνατές, αν δεν υπάρχουν, το ποτάμι θα ξεχειλίσει».
«Αλλά δεν μιλάμε για μηχανική επανάληψη. Πρέπει να υπάρχει σταθερή φόρμα, και μέσα – η ζωντανή ζωή. Κάθε τραγουδιστής τραγουδάει με νότες, όμως ο καθένας τραγουδάει διαφορετικά».
«Πρέπει πρώτα να παίζεις σωστά, και μετά – καλά ή κακά».
« Αυτές τις νότες στο θέατρο ο σκηνοθέτης πρέπει να δουλεύει μαζί με τον ηθοποιό, Είναι η συλλογική τέχνη, η δημιουργία. Σταθεροποιούν το ρόλο και παίζουν. Όπως και στη πυγμαχία: μπορείς να αυτοσχεδιάζεις, αλλά απαγορεύεται να χτυπάς κάτω από τη μέση».
«Πρέπει να υπάρχει η γραμμή του ρόλου, μετά αυτοσχεδιάζουμε. Όπως η οδός Αιόλου: η φόρμα μέσα στα τόσα χρόνια έμεινε, αλλά τη γέμισε πλέον ένα άλλο νόημα. Ο σκελετός είναι ο λόγος».
«Στις προπονήσεις, όπως και στις πρόβες, δουλεύονται οι αποφασιστικές στιγμές».
«Κάποτε το θέατρο ήταν διαφορετικό, εκεί δεν υπήρχε η έννοια του συγκροτήματος, της ομάδας, δεν υπήρχαν σκηνοθέτες. Σκηνοθεσία είναι το επάγγελμα του 20ου αιώνα. Υπήρχε ηθοποιός. Κάποιος τον βοηθούσε να μην συγκρουστεί στη σκηνή με έναν άλλον ηθοποιό. Οι θεατές πήγαιναν στο θέατρο για να δουν τον ηθοποιό και δεν τους ένοιαζε ποιος τον βοηθούσε. Δεν υπήρχαν καν ρεπερτόρια: οι παραστάσεις δεν επαναλαμβάνονταν, τις έπαιζαν και μετά αμέσως τις κατέβαζαν. Οι ηθοποιοί δεν συνεννοούνταν μεταξύ τους. Σήμερα όλα άλλαξαν. Ένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να φτιάξει αεροπλάνο . Ο κατασκευαστής δίνει την ιδέα. Έτσι και στο θέατρο. Την παράσταση δεν την κάνει μόνο ο σκηνοθέτης. Στο θέατρο υπάρχουν σκηνικά, κοστούμια, φώτα, κι ο καθένας ευθύνεται για το δικό του κομμάτι»
«Πότε εμφανίστηκε σκηνοθέτης; Με την εμφάνιση του ευρωπαϊκού δράματος, που ήταν χτισμένο σύμφωνα με άλλους νόμους. Πριν, οι παραστάσεις χτίζονταν φυγοκεντρικά: στο κέντρο ο ηθοποιός, που έπαιζε τον ήρωα, και οι υπόλοιποι – περιφερειακά. Και έτσι αρκούσε να έπαιζε καλά αυτός ο κεντρικός ηθοποιός. Στον Τσέχωφ, αν ένας ηθοποιός παίζει καλά και οι υπόλοιποι άσχημα, δε βγαίνει η παράσταση. Αφού στα έργα του δεν υπάρχει υπόθεση!»
«Παλιά τα θεατρικά έργα είχαν ηχηρούς τίτλους: Οιδίπους Τύραννος, Αντιγόνη, Μήδεια. Αλλά τι σημαίνει Βυσσινόκηπος; Έργο για τα δέντρα; Ή Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια ή, ακόμα καλύτερα, Η Νύχτα της ιγκουάνα! Τι πραγματεύεται; Τον ζωολογικό κήπο; Και τότε εμφανίστηκε η ανάγκη από άτομο, το οποίο, σαν μαέστρος, θα μπορούσε να χτίσει την παράσταση ανάλογα με την ιδέα: για να παίξουν κάπου πιο δυνατά και κάπου πιο αργά. Άτομο, που θα έφτιαχνε τη σύνθεση. Αφού παλιά δεν υπήρχε ούτε ο μαέστρος: οι μουσικοί μαζεύονταν και κανόνιζαν μεταξύ τους πως θα παίξουν».
«Στο νέο θέατρο η επιτυχία δεν εξαρτάται από ένα άτομο, αλλά από τη γενική δομή, από το μείγμα – από τα σκηνικά, τα κοστούμια, τα φώτα. Αλλά για να γίνει αυτό το μείγμα, κάποιος πρέπει να ανακατέψει τα υλικά. Κάποτε οι πρεμιέρες ήταν κάθε βδομάδα: διαβάσαμε το κείμενο – πάμε να το παίξουμε! Σήμερα δεν είναι έτσι».
«Το βασικό: δεν μπορούμε όποια ιδέα να βάζουμε πάνω από τη ζωή. Η ζωή είναι πάντα πιο ψηλά».
«Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι απείρως πιο πλούσιος από τον άνθρωπο του παρελθόντος. Πλουσιότερος σε χαρές και λύπες. Έχει περισσότερες δυνατότητες. Είναι πολύ σημαντικό να διατηρήσουμε τον εαυτό μας για καινούργιες εκπλήξεις».
«Υπάρχει ερώτημα: πώς πρέπει να ανεβάζουμε σήμερα ένα αρχαίο δράμα, πολύς κόσμος θέλει να μην το πειράζουν, να το αφήνουν ως έχει. Αλλά πώς ήταν στην πραγματικότητα; Κανείς δεν το γνωρίζει».
«Σε τι διαφέρει ο ηθοποιός από τους υπόλοιπους ανθρώπους; Όλη μας τη ζωή ασχολούμαστε με το θέατρο και παράλληλα προσπαθούμε να καταλάβουμε με τι ασχολούμαστε. Κάνουμε θέατρο και ο καθένας μας το καταλαβαίνει διαφορετικά. Μόνο ο τσαγκάρης που φτιάχνει παπούτσια ξέρει ότι κάνει κάτι συγκεκριμένο. Ανέβασα εκατό παραστάσεις, και αυτό το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Αλλά είναι πολύ ενδιαφέρουσα η δουλειά μας».
«Οι ηθοποιοί είναι άγιοι άνθρωπο. Δοκιμάστε να πείτε σε κάποιον να μείνει να δουλέψει δωρεάν μια ώρα παραπάνω! Ενώ οι ηθοποιοί το ζητούν μόνοι τους: «Ελάτε να κάνουμε και άλλη μια ώρα πρόβα!» Δεν τελειώνουν τη δουλειά και την ξεχνάνε μόλις φύγουν: ο ηθοποιός δεν κοιμάται τις νύχτες και σκέφτεται το ρόλο του».