Μπες για λίγο στη θέση της Μαρίας Ρομάνοβα – ένας ύμνος στα 32 φουέτε.


Του Γιώργου Σιδέρη

 

Μπες μόνο για λίγο στη θέση της Μαρίας Ρομάνοβα. Η κόρη σου κάνει το ντεμπούτο της στη σκηνή, πρίμα μπαλαρίνα στη «Λίμνη των Κύκνων». Ζεις στη νεότευκτη Σοβιετική Ένωση, είσαι παντρεμένη με τον πρώην σκηνοθέτη του Αυτοκρατορικού Θεάτρου «Μαριίνσκι» Σεργκέι Ουλάνοφ και η ζωή η δική σου και της οικογένεια σου χρειάζεται να επαναπροσδιοριστεί μέσα από τις δυσκολίες και τα εμπόδια της καινούριας σελίδας της ρώσικης ιστορίας. Η κόρη σου οφείλει να πετύχει και ας δήλωσε με αυθάδεια κάποτε, όταν ήταν πολύ μικρή, πως δεν θα γίνει ποτέ της μπαλαρίνα και πως δεν θα πατήσει ποτέ της στη σκηνή. Η μικρή έκανε σχέδια αλλά ο Θεός και εσύ γελούσατε. Τώρα, στο τρίτο μέρος αυτού του απροσδόκητου για τα παιδικά της σχέδια ντεμπούτου στη «Λίμνη των Κύκνων» πρέπει να κάνει 32 ολόκληρα φουέτε και να αποδείξει πως όλες οι προσδοκίες, τα όνειρα σου, οι αγωνίες και το χρήμα που επένδυσες επάνω της δεν θα πάνε χαμένα. Μπες λοιπόν στη θέση της Μαρίας Ρομάνοβα. Κάθεσαι στο θεωρείο και περιμένεις να δεις την ολοκλήρωση αυτού του σκηνικού πρωταθλητισμού από το κορίτσι στο οποίο χρέωσες τα ανεκπλήρωτα όνειρα σου, από το κορίτσι στο οποίο επέβαλες να ονειρευτεί μόνο το μπαλέτο και να σπουδάσει εσώκλειστη αφοσιωμένη ψυχή τε και σώματι σε αυτό. Γιατί λοιπόν Μαρία Ρομάνοβα σηκώθηκες και έφυγες από το θεωρείο σου στο τρίτο μέρος του έργου, στην πρώτη εκείνη εμφάνιση της κόρης σου; Όταν ο Θεός και εσύ γελούσατε με τις κατηγορηματικές αρνήσεις της κόρης σου να ασχοληθεί με το μπαλέτο φαίνεται πως εκείνος ήξερε πως θα φτάσει η ώρα αυτή που θα γελάει ξανά, αυτή τη φορά μόνος του: πρόκειται να πραγματοποιηθούν 32 φουέτε και εσύ θα σηκωθείς και θα βγεις έξω από το θέατρο για να προσευχηθείς. Με τα 32 φουέτε η κόρη σου τα παίζει όλα για όλα. Τώρα, μόνο ο Θεός μπορεί να σας σώσει. Ο Θεός που γελάει ξανά, αυτή τη φορά μόνος του.

Είτε εξαιτίας των μητρικών παρακλήσεων, είτε εξαιτίας των θεϊκών κεφιών ή επειδή η δασκάλα της μικρής ήταν η Αγριππίνα Βαγκάνοβα τα 32 φουέτε θα πραγματοποιηθούν με απόλυτη επιτυχία και η ρωσική κοινωνία θα υποκλιθεί με σέβας στην 18χρονη καλοαναθρεμμένη μπαλαρίνα που χορεύει δίχως να έχει τότε πλήρη συναίσθηση των χαραχτήρων που ερμηνεύει. Τρέμει τα αδηφάγα βλέμματα του κοινού, κλείνει τα μάτια της και κοιτάζει ψηλά στο σκότος της οροφής των θεάτρων – και ίσως ακόμα πιο ψηλά, στον Θεό που εξακολουθεί να χαμογελάει επειδή έγινε το δικό του.

Το μοναχικό εκείνο πλάσμα, η κόρη της Μαρίας Ρομάνοβα εντέλει τα κατάφερε. Όχι μόνο νίκησε τους φόβους της αλλά του μετέτρεψε και σε μια μεγαλειώδη καλλιτεχνική ευαισθησία. Το πώς εκείνη η παιδική αυθάδεια του «δεν θα ανέβω ποτέ στη σκηνή» μπόρεσε να γίνει «μπαλέτο έμπλεο από τις θεωρίες του Στανισλάβσκι» το ξέρει μόνο η ίδια. Ώριμη πια και αποφασισμένη να φτάσει πολύ ψηλότερα από τον πήχη που όρισε και καθόρισε η μητέρα της η νεαρή θυμάται τα 32 φουέτε και γελάει σαρκαστικά. Για να αποδείξει στον εαυτό της πως εκείνα τα φουέτε δεν ήταν παρά η προθέρμανση για την υστεροφημία της, μελετάει και εργάζεται σαν σκλάβα επί δέκα ολόκληρα χρόνια επάνω στο μπαλέτο των Λαβρόφσκι-Προκόπιεφ «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Ούτε διακοπές, ούτε έρωτες, ούτε τίποτα. Μια δεκάχρονη Οδύσσεια που θα την ανταμείψει με τον τίτλο της πρώτης χορεύτριας των Μπολσόι και που θα κάνει γνωστό στη Δύση το μεγαλείο του ρώσικου μπαλέτου.

Το 1945, στο τέλος του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, όταν ο Στάλιν θα επιθεωρεί τα νικηφόρα στρατεύματα του στην Κόκκινη Πλατεία η αγαπημένη του μπαλαρίνα θα χορεύει στη Βιέννη και ύστερα στη Φλωρεντία και στη Βενετία. Και μετά τον θάνατο του η αγαπημένη του μπαλαρίνα θα συνεχίσει τις περιοδείες της στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη. Είναι πια 50 χρονών αλλά χορεύει το ίδιο μαγευτικά όπως όταν ήταν 20. Από τις προσωπικές της μάχες δεν λείπει ούτε αυτή με τον χρόνο.

Θα γυρίσει την πλάτη της στη σκηνή και στα φώτα το 1962 και θα αφοσιωθεί αποκλειστικά και μόνο στη διδασκαλία. Μετράει καλλιτεχνικές νίκες και βραβεία που απέκτησε με την πλήρη ταπείνωση της απέναντι στον κόπο. Δεν της χαρίστηκε τίποτα. Όλα – ακόμα και το θείο ταλέντο της – ήταν συνυφασμένα με την ακατάπαυστη εργασία και την αυτοπειθαρχία. Γι’ αυτό και οι καλλιτεχνικές της νίκες δεν συνιστούν νίκες ενός θεατρικού θαύματος αλλά νίκες του ανθρώπινου πνεύματος.

Μπες λίγο στη θέση της Μαρίας Ρομάνοβα. Ανοίγεις την Πράβντα και διαβάζεις τη συνέντευξη της κόρη σου που πια είναι η μια από τις δυο μεγαλύτερες μπαλαρίνες της πατρίδας σου. Σε ένα σημείο η κόρη σου εξομολογείται:

«Απεχθάνομαι την επανάληψη και τη μίμηση. Ο χορός αλλάζει διαρκώς. Στη δική μας εποχή έπρεπε να ακολουθούμε έναν κώδικα τόσο ερμητικό, με ελάχιστους επιτρεπόμενους νεωτερισμούς, που το σώμα έμενε σχεδόν ανέκφραστο. Εγώ έσπασα τη σιωπή αυτή με τα χέρια μου. Όταν συνειδητοποίησα τις εκφραστικές τους δυνατότητες, αφιέρωσα πολύ χρόνο για να τα δυναμώσω. Ύστερα από αυτή την ανακάλυψη μπόρεσα να γίνω πραγματική ερμηνεύτρια».

Η κόρη σου έγινε εντέλει η Γκαλίνα Ουλάνοβα. Και τώρα πια ο Θεός χαμογελάει ικανοποιημένος για ένα ακόμα μεγαλειώδες «καθ’ εικόνα και ομοίωση».