Πώς να «δέσετε» μια μαρμελάδα από σμέουρα και μαζί και τον γάμο σας

Του Γιώργου Σιδέρη

 

Μια πρόσκληση για γεύμα αποτελεί πάντα ένα σοβαρό κίνητρο αναθέρμανσης κάποιων ξεχασμένων από το άχθος της καθημερινότητας σχέσεων ή επιβεβαίωσης ενός ισχυρού δεσμού ανάμεσα σε ανθρώπους που οι ζωές τους δέθηκαν μοιραία υπό την σκέπη μιας έντονης μυρωδιάς φαγητών. Δεν είναι και λίγες οι φορές όμως που ένα γεύμα στάθηκε αφορμή για να διαλυθούν γάμοι, να καταστραφούν φιλίες, να αρθούν αφοσιώσεις που οικοδομήθηκαν πάνω σε δήθεν ακαταπάτητους όρκους. 

Κάποτε δεν καταλάβαινα γιατί ένας άντρας μπορεί να γίνει έξαλλος με την υπερβάλλουσα ποσότητα άλατος στο φαγητό που θα του σερβίρει με στοργή η γυναίκα του. Ούτε συμμεριζόμουν τις ομηρικές μάχες που ξεκινούσαν πάνω από μια μερίδα μοσχομυρωδάτου κρέατος επειδή ο σύζυγος το έκρινε «καθόλου καλοψημένο». Μη μου πείτε, όλοι θα ζήσατε ένα τέτοιο στιγμιότυπο: ο άντρας, άλλοτε αυστηρά και άλλοτε χαριτωμένα επιπλήττει την οικοδέσποινα σύζυγο γιατί κάτι του λείπει από την γεύση του. Αλάτι, πιπέρι, ψήσιμο, βράσιμο, κάτι λείπει ή κάτι χρησιμοποιήθηκε από υπερβολή ή από αμέλεια.

Ώσπου διάβασα την Άννα Καρένινα. Και συνειδητοποίησα πως ακόμα και αυτός ο παντοδύναμος έρωτας του Λέβιν για την γυναίκα του την Κίτυ παρουσιάζει μια απόκλιση από την αρχετυπική παντοδυναμία του έρωτα. Όχι φυσικά επειδή η Κίτυ είναι ερωτευμένη με κάποιον άλλο, ούτε γιατί η συζυγική τους ιστορία «έκλεισε τον κύκλο της», όπως εύκολα θα κατέληγε μια ψυχολόγος που μεγάλωσε με βιβλία της Αλκυόνης Παπαδάκη. Γράφει λοιπόν ο Τολστόι:

« (σ.σ. Ο Λέβιν)…για ένα δευτερόλεπτο ένιωσε (…) τη δυσαρέσκεια επειδή έβραζαν τα σμέουρα χωρίς νερό (…). Παρ’ όλα αυτά, χαμογελάει και πλησιάζει τη γυναίκα του».

Η απουσία λίγου νερού στην μαρμελάδα της Κίτυ συνιστά ένα ιδιότυπο ρήγμα στην ερωτική τους σχέση. Γιατί ο Λέβιν επιστρέφει από την εξοχή την ώρα που η εγκυμονούσα Κίτυ, η πεθερά του, η κουνιάδα του, φίλες, γκουβερνάντες και νταντάδες κουτσομπολεύουν ακατάπαυστα εις την γαλλιστήν και σε μια γωνιά βράζουν τα σμέουρα σε μια φάση προκλητικής παρέκκλισης από την παραδοσιακή τεχνική. Εκεί βρίσκεται και η Αγκάθα Μιχαήλοβνα, οικονόμος του Λέβιν πριν ακόμα εκείνος παντρευτεί.

Όλες αυτές οι γυναίκες οφείλουν να πείσουν την «παλιά καραβάνα της μαγειρικής» Αγκάθα πως η μαρμελάδα μπορεί να έχει επιτυχία ακόμα και χωρίς νερό. Και φυσικά, μαζί με αυτήν να πείσουν και τον Λέβιν που αισθάνεται παρείσακτος όχι μόνο επειδή είναι ολομόναχο αρσενικό ανάμεσα σε τόσα θηλυκά αλλά επειδή κάτι μοιάζει πολύ «ξένο» σε αυτή την άνευ νερού τεχνική παρασκευής της μαρμελάδας. Τον αισθάνομαι σχεδόν τρομοκρατημένο όταν ρωτάει την Αγκάθα αν τα πηγαίνει καλά με τη νέα μέθοδο. Πείτε με και υπερβολικό αλλά τον αισθάνομαι και κάπως… προδομένο. Λες και εκείνος ο «χωρισμός» της μαρμελάδας από το νερό της να προμηνύει ένα «ρήγμα» στον παράφορο έρωτα της Κίτυ για εκείνον. Να γιατί η Αγκάθα εύχεται να πήξουν τα σμέουρα και να μη σώσουν και βράσουν ποτέ. Γιατί μπορεί και να είναι άδικο να διαχωρίζεις δυο φαινομενικά ασήμαντα πράγματα που η μη φαινομενική τους σημασία καθορίζει μέρος ή το όλον ενός φλογερού έρωτα.

Μαρμελάδα από σμέουρα

ΥΛΙΚΑ

1 κιλό σμέουρα (φραμπουάζ)

800 γραμμάρια ζάχαρη

Η Αγκάθα πλένει τα σμέουρα και τα στραγγίζει καλά. Τα βάζει σε μια λεκάνη μαζί με τη ζάχαρη, τα ανακατεύει και τα αφήνει να σταθούν δώδεκα ώρες. Την επόμενη μέρα βράζει τα σμέουρα σε μια κατσαρόλα, ανακατεύοντας τα συχνά. Είναι πολύ σημαντικό να πετύχει το σωστό σημείο βρασμού, ώστε να «δέσει» η μαρμελάδα. Η Αγκάθα που έχει εμπειρία και που σιχαίνεται τους πειραματισμούς ξέρει να πετυχαίνει το σωστό «δέσιμο».

Σκεπτόμενος συνεχώς το πρόσκαιρο «δράμα» του Λέβιν βούτηξα ένα κουτάλι στη μαρμελάδα και το σήκωσα απότομα ψηλά και οριζόντια. Είδα πως η μαρμελάδα είχε «δέσει» γιατί κύλησε σε μία και μόνη μεγάλη σταγόνα. Τότε κατάλαβα πως ο γάμος του Λέβιν δεν «κινδύνευε». Τα σμέουρα είχαν βράσει με τον δέοντα τρόπο.