Ο εφιάλτης της Δημοκρατίας


Η 14η Ιουλίου ήταν η πιο ζεστή και ηλιόλουστη μέρα του φετινού καλοκαιριού. Έτσι ανακοίνωσαν οι μετεωρολόγοι, κι οι δημοτικές αρχές του Παρισιού αποφάσισαν να διοργανώσουν τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 228 χρόνια από την κατάληψη της Βαστίλης στους κήπους Μπαγκατέλ, προσφέροντας στους πολίτες δωρεάν μπουφέ και διασκέδαση.

 Από νωρίς οι παριζιάνοι συγκεντρώθηκαν γύρω από το μεγαλοπρεπές ανάκτορο που έχτισε ο αδερφός του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ μόνο σε 67 ημέρες, κερδίζοντας έτσι στοίχημα, που έβαλε με την Μαρία–Αντουανέτα. «Quelle bagatelle!», είπε και έβαλε 900 σκλάβους να δουλεύουν μέρα-νύχτα. Σε τέσσερα μόλις χρόνια, η Μαρία-Αντουανέτα έχασε κι άλλο ένα στοίχημα, μαζί – και το κεφάλι της.
Τώρα, οι Παριζιάνοι έπιναν κι έτρωγαν στα τραπέζια στημένα ανάμεσα στα ανθισμένα παρτέρια, και γλεντούσαν όπως οι σύντροφοι του Ροβεσπιέρου, όταν ακρωτηρίαζαν τους βασιλικούς κρίνους στις Βερσαλλίες.
Όταν αργά τη νύχτα επέστρεψαν στα σπίτια τους, τα βρήκαν κλειστά. Όχι, δε ξέχασαν τα κλειδιά μες στην επαναστατική τους παραζάλη. Τα σπίτια τους απέκτησαν νέους ενοίκους: μαύρους, κίτρινους, μελαψούς, με τουρμπάνια, γενειάδες, με μάτια αμυγδαλωτά, σχιστά. Αυτοί τώρα άπλωναν τα ρούχα στα μπαλκόνια τους, ντάντευαν τα παιδιά στα σαλόνια τους, μαγείρευαν στις κουζίνες τους και κοιμόντουσαν στα κρεβάτια τους.

Οι Παριζιάνοι άρχισαν να χτυπούν τις πόρτες, φώναζαν, απειλούσαν, αλλά μάταια. Οι εισβολείς δεν έφευγαν, κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο ρίζωναν. Και το χειρότερο ήταν, πως η Γαλλία ζούσε σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Τα μπακάλικα πουλούσαν την πραμάτειά τους, το μετρό λειτουργούσε και τα σχολεία παρέμειναν ανοιχτά. Μόνο που τώρα μελετούσαν το Κοράνι, τις Βέδες, την Τορά, ανακαλούσαν από τα βάθη των αιώνων την ιστορία τους και προσεύχονταν στους θεούς τους.
Οι Παριζιάνοι, αποσβολωμένοι, παρακολουθούσαν το χρονικό της κατάληψης από το στρατόπεδο Μπαγκατέλ. Τα παρτέρια χαλάστηκαν, τα μοσχομυρισμένα ροδόδεντρα μαράθηκαν από τα σαπουνόνερα που έριχναν οι γυναίκες, και οι τριανταφυλλιές ξεπατώθηκαν από τα αφημένα στην τύχη τους παιδιά.
Και τότε, οι Παριζιάνοι έσπασαν τις κλειδαριές στις αποθήκες των κηπουρών, εξοπλίστηκαν με φτυάρια, τσουγκράνες, κασμάδες, τσάπες με ό,τι τέλος πάντων βρήκαν, και ήρθαν στο Δήμαρχο. Τους υποδέχτηκε διά της γραμματέως του, η οποία παρέλαβε την επιστολή, στην οποία οι Παριζιάνοι έδιναν στον Δήμαρχο τρεις μέρες διορία για να καθαρίσει την πόλη από τους εισβολείς και να τους παραδώσει τα σπίτια τους, καθαρισμένα και επισκευασμένα από τα συνεργεία του Δήμου.

Τρεις μέρες πέρασαν. Ο Δήμαρχος πλησίασε το παράθυρο με την επιστολή στο χέρι. Ο παριζιάνικος όχλος κατέλαβε την πλατεία, οσμιζόταν τον ιδρώτα τους. Προς στιγμήν, σκέφτηκε να καλέσει την αστυνομία.

 Όμως, η αστυνομία αντιμετωπίζει το Έγκλημα, μια Επανάσταση θα την αντιμετωπίσει ο στρατός.

 Ο Ξένος