Είμ’ εραστής παντοτινός, δικός σου, Ελευθερία


«Είμ’ εραστής παντοτινός, δικός σου, Ελευθερία»…

η ελληνική επανάσταση μέσα από την ψυχή των ρώσων ποιητών-φιλελλήνων: ένα μικρό ταξίδι στο 1821 με αφορμή την 200η επέτειό της

της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια

Ελευθερία, σε σένα εμπρός

Σβήνει κάθε άλλη αξία,

Είμαι εραστής παντοτινός,

Δικός σου, Ελευθερία.

 

Του κόσμου ο σάλος οχληρός,

Κάθε παλάτι – ανία,

Εσένα θέλω σαν τρελός,

Σε θέλω με λατρεία.

 

Στο Νότο μείνε, στη νυχτιά,

Μαζί μου, Ελευθερία,

Μη σου μαράνει τη θωριά

Η παγερή Ρωσία

Αλεξάντρ Πούσκιν, 1821

 

Το 2001, στην 180η επέτειο της Επανάστασης, στις Εκδόσεις Εστία βγήκε η συλλογή Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στον καθρέφτη της ρωσικής ποίησης, όπου την επιμέλεια και την επιλογή των ποιημάτων υπέγραφε η Ρωσίδα νεοελληνίστρια Σόνια Ιλίνσκαγια. Προλογίζοντας το βιβλίο, ο τότε Πρέσβης της Ελλάδας στη Μόσχα, Δημήτρης Κυπραίος, έγραφε: «…πολλά είχαμε ακούσει για τον εγγλέζικο, τον γαλλικό, τον γερμανικό φιλελληνισμό και ελάχιστα, σχεδόν καθόλου, για τον ρωσικό». Από την έκδοση του βιβλίου, που ελάχιστα παρουσιάστηκε και ελάχιστα διαδόθηκε, πέρασαν 20 χρόνια, και, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, η κατάσταση παραμένει σχεδόν ίδια. Τα ονόματα Ρώσων φιλελλήνων είναι άγνωστα, οι αναφορές στη Ρωσία  επικεντρώνονται μονάχα στο πρόσωπο του Ιωάννη Καποδίστρια και οι μοναδικοί εκφραστές του φιλελληνισμού στην ποίηση παραμένουν οι δυτικοευρωπαίοι λογοτέχνες…

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο ρωσικός φιλελληνισμός κατέχει ξεχωριστή θέση στο γενικό κίνημα Ευρωπαίων φιλελλήνων, και δεν το θέτουμε σοβινιστικά, ευλογώντας τα γένια μας, αλλά λογικά, αρχής γενομένης από τη ρομαντική πλην, όμως, ακριβή επιστήμη, τη γεωγραφία: η Οδησσός και το Κισινάου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ήταν οι πρώτοι και κύριοι σταθμοί της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, οι αφετηρίες της.

Το παρόν κείμενο εντούτοις εστιάζει την προσοχή στο ρωσικό ποιητικό φιλελληνισμό, αφήνοντας στο περιθώριο τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, που είχαν άμεση σχέση με τον αγώνα των Ελλήνων για τη λευτεριά. Το γεγονός όμως, ότι πολλοί ποιητές-φιλέλληνες ανήκαν στις ρωσικές μυστικές οργανώσεις εκείνης της εποχής με δράση περισσότερο ή λιγότερο ακραία, μας υποχρεώνει να τοποθετήσουμε – έστω εν συντομία – το λογοτεχνικό τους έργο στο ιστορικό πλαίσιο.

Οι Έλληνες και Ρώσοι επαναστάτες, οργανωμένοι σε μυστικές εταιρείες με διαφορετικούς σκοπούς, αλλά με τον ίδιο στόχο, ζούσαν ζωές παράλληλες. Στις προκηρύξεις τους είχαν τα ίδια χάσταγκ, ίδιες λέξεις-κλειδιά, όπως θα λέγαμε σήμερα: Ελευθερία, Πατρίδα, Αγώνας, Δίκαιο, Τυραννία και άλλες. Αυτές οι λέξεις επαναλαμβάνονται συνεχώς και στα ποιήματα των Ρώσων ποιητών-φιλελλήνων, αφιερωμένα στο ξεκίνημα του ελληνικού αγώνα.

Το 1814 στην Οδησσό ιδρύθηκε η ελληνική Φιλική Εταιρεία, την ίδια χρονιά στη Μόσχα από τους ανώτερους Ρώσους αξιωματικούς, θριαμβευτές των πολέμων κατά του Ναπολέοντα,  ιδρύεται η μυστική οργάνωση «Τάγμα Ρώσων Ιπποτών», πρόδρομος των μετέπειτα μυστικών οργανώσεων Ρώσων αριστοκρατών, στην πλειονότητα αξιωματικών, Δεκεμβριστών, που στις 14 Δεκεμβρίου του 1825 θα βγουν στην πλατεία Γερουσίας της Αγίας Πετρούπολης μαζί με τις στρατιωτικές τους μονάδες, αρνούμενοι να ορκιστούν πίστη στο νέο αυτοκράτορα Νικόλαο Α΄.

«Είχαμε μια λέξη, που συντάραζε εξίσου τις καρδιές όλων των τάξεων: Ελευθερία!… Τι σημασία αν πεθάνω στο ικρίωμα, είτε κατασπαραγμένος είτε τη στιγμή της ύστατης ηδονής; Αλλά τι πιο γλυκό από το να πεθάνεις πράττοντας κάτι το ωφέλιμο;  Ένας καθαρός άνθρωπος δε θυσιάζεται για να κερδίσει τη δόξα, μια αναφορά στην ιστορία, αλλά για να κάνει το καλό για το καλό χωρίς ανταμοιβή. Έτσι σκεφτόμουν και έτσι έπραττα. Συνεπαρμένος από τη φλογερή αγάπη για την Πατρίδα, από το πάθος για την Ελευθερία, δε θεωρούσα, ότι εγκληματώ για το κοινό καλό»,  έγραφε ο Πιοτρ Καχόβσκι, Ρώσος ευπατρίδης και Δεκεμβριστής από το Φρούριο του Πέτρου και Παύλου, ένας από τους πέντε που εκτελέστηκαν στην αυλή του Φρουρίου διά απαγχονισμού ένα χρόνο μετά την καταστολή της εξέγερσης. Ο Πιοτρ Καχόβσκι ήταν εκείνος, που σκότωσε στην πλατεία Γερουσίας τον Γενικό Κυβερνήτη της Αγίας Πετρούπολης, κόμη Μιχαήλ Μιλοράντοβιτς. Η τραγική ειρωνεία: ο Μιλοράντοβιτς ήταν ήρωας των Ναπολεόντειων πολέμων, άθρωπος αγαπητός στους απλούς στρατιώτες και τους υφιστάμενούς του στην Υπηρεσία αργότερα, και η τελευταία του επιθυμία ήταν να αφεθούν ελεύθεροι οι δουλοπάροικοί του…

Και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που στα τέλη Φεβρουαρίου του 1821 ξεκίνησε την εξέγερση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και οι Δεκεμβριστές, που το Δεκέμβρη του 1825 εναντιώθηκαν σε μια γιγάντια δυσκίνητη, αλλά πανίσχυρη κρατική μηχανή, ρίχτηκαν σε έναν πόλεμο εξ’ αρχής χαμένο, βασιζόμενοι στα υψηλά ιδανικά, στο κλασικό πνεύμα, στο δίκαιο του αγώνα τους, στην προσωπική τόλμη, χωρίς λεπτομερώς επιμελημένη στρατηγική, χωρίς διπλωματική δολιότητα, στοχεύοντας στη στιγμή, στο γιούρια.

Έχασαν οι αμφότεροι και οι συνέπειες ήταν ολέθριες γι’ αυτούς και για όσους μοιράστηκαν μαζί τους το ρομαντικό όραμα της Ελευθερίας, που στην Ποίηση κατακτάται σε τίμια μάχη με συγκατάθεση των ουρανών, στη ζωή – σπανίως και με πολύ αίμα. Κατά το πλείστον – αθώο αίμα.

Όπως και να’ ναι, από κει και πέρα, νεκροί ή νικητές, ανήκαν στην Ιστορία, όπως έγραψε στο Ημερολόγιό του ο ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν τον Απρίλη του 1821, αναφερόμενος στον συνονόματό του Αλέξανδρο Υψηλάντη. Ήταν δωρικοί, κλασικοί ήρωες με ρομαντικές καρδιές, οι μεγαλόπνοες προκηρύξεις, οι ενέργειές τους, γεμάτες ρομαντικά οράματα και καλέσματα, αλλά δίχως αυστηρά δομημένο σχέδιο, μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν μονάχα έναν ηρωικό θάνατο και μια αθάνατη δόξα.

Όσο απείχαν από το Κοινωνικό Συμβόλαιο του  Ρουσσώ οι  πρακτικές της Γαλλικής Επανάστασης, άλλο τόσο απείχε το δεκεμβριστικό πρόγραμμα – αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη – υλοποίησης των ρομαντικών ιδεών στη ζωή από τη ρωσική πραγματικότητα αρχών του 19ου αιώνα. Οι Δεκεμβριστές δεν είχαν ιδεολογία, την αντικαθιστούσε η ετοιμότητα και η φλογερή επιθυμία να δρουν για το μέλλον της πατρίδας. Το ίδιο διέφεραν και οι απόψεις τους για την επόμενη μέρα της εξέγερσης.

Αλλά καλώς ή κακώς οι καμπάνες έχουν σημάνει ταυτόχρονα και για τη Ρωσία, και  για την Ελλάδα: μόνο που οι Έλληνες αποφάσισαν να πολεμήσουν για να αποτινάξουν το ξένο ζυγό, ενώ οι Ρώσοι αριστοκράτες – για να γκρεμίσουν το απαρχαιωμένο καθεστώς, όχι απαραίτητα τη μοναρχία! – που ήταν πλέον τροχοπέδη για την πρόοδο της χώρας, κατά της δουλοπαροικίας, για την εδραίωση της συνταγματικής μοναρχίας ή και της δημοκρατίας!

Καταλύτης για τους Ρώσους αριστοκράτες-επαναστάτες ήταν ο πόλεμος κατά του Ναπολέοντα, οι ανελέητες μάχες, όπου η γραμμή ανάμεσα στους αξιωματικούς-ευγενείς και στρατιώτες-δουλοπάροικους ήταν τόσο λεπτή, που καταργούσε τις αιώνιες ταξικές διαφορές. Αλλά το μεγαλύτερο ρόλο έχει παίξει η θριαμβευτική εκστρατεία των στρατευμάτων του Αλέξανδρου Α΄ στην Ευρώπη το 1813-1814, που ακολούθησε τις ρωσικές νίκες

«Στη διάρκεια των δύο ετών εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια μας συνταρακτικά γεγονότα, που καθόριζαν τις μοίρες των λαών και στα οποία συμμετείχαμε με κάποιο τρόπο κι εμείς. Μετά μας ήταν αφόρητο να ζούμε την ανούσια αγιοπετρουπολίτικη ζωή, ν’ ακούμε τους γέρους να εξυμνούν όλα τα παλιά και να κατηγορούν την κάθε κίνηση προς τα εμπρός. Βρισκόμασταν 100 χρόνια μπροστά!», έγραφε ο Δεκεμβριστής Ιβάν Γιακούσκιν, Ρώσος αριστοκράτης, αξιωματικός, που παρέλασε στην Ευρώπη και στο Παρίσι ως θριαμβευτής με τα ρωσικά στρατεύματα.

Η λέξη «Δεκεμβριστές» για πρώτη φορά ακούστηκε δημόσια στη νεκρολογία, που το 1857 αφιέρωσε ο Αλεξάντρ Χέρτσεν στον Ιβάν Γιακούσκιν στην εφημερίδα Κόλοκολ («Καμπάνα»).

Η Ρωσία, νικήτρια των ναπολεόντειων πολέμων, έβραζε όπως όλη η Ευρώπη. Αν οι πατεράδες των Δεκεμβριστών δέχθηκαν την είδηση της Γαλλικής Επανάστασης με αγανάκτηση και απέχθεια, η νέα γενεά αριστοκρατών, που γνώρισε την Ευρώπη από κοντά, αντιμετώπισε εντελώς διαφορετικά τα επαναστατικά κινήματα στο Νότο της Ευρώπης.

Ο ελληνικός αγώνας γενικά έχρηζε της ευρύτατης υποστήριξης στη ρωσική κοινωνία, τόσο στους συντηρητικούς της κύκλους, όσο και στους προοδευτικούς. Ακόμα ζωντανό ήταν στις μνήμες το Ελληνικό Σχέδιο της Μεγάλης Αικατερίνης, ακόμα ήταν νωπά και ακόμα πονούσαν τα Ορλοφικά. Μόνο που το συντηρητικό κομμάτι συμπονούσε τους Έλληνες ως ομόθρησκους, που εναντιώθηκαν στους διώκτες-μουσουλμάνους, και αντιλαμβανόταν τη μάχη τους ως πόλεμο του Σταυρού και της Ημισελήνου, ενώ οι μελλοντικοί Δεκεμβριστές έβλεπαν στην εξέγερση των Ελλήνων, που ξεκινούσε και εξελισσόταν κιόλας στη γειτονιά τους,  επανάσταση όμοια με εκείνες της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, και συνέδεαν μ’αυτήν τις ελπίδες για άμεσες αλλαγές μέσα στη Ρωσία. Η επανάσταση των Ελλήνων δεν αντιλαμβανόταν μόνο ως αντιτουρκικός αγώνας, αλλά ως μια διαρκής επανάσταση, από τις σπίθες της οποίας αναζωπυρώθηκαν οι φωτιές σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Αλεξάντρ Πούσκιν (1799-1837)

Τραντάζονταν απειλητικά τα Πυρηναία,

Φλεγόταν το ηφαίστειο της Νεάπολης,

Ο μονόχειρας πρίγκιπας στους φίλους του στο Μωριά

Έκλεινε ήδη το μάτι από το Κισινάου.
Απόσπασμα από το 10ο κεφάλαιο του Ευγένιου Ονέγκιν.

 

Αυτό το κεφάλαιο ο Πούσκιν έχει κάψει ως εξαιρετικά αιρετικό, τολμηρό. Οι στίχοι του άξιζαν όσο όλες οι προκηρύξεις των μυστικών οργανώσεων μαζί.

Άνθρωπος που εκτιμούσε πάνω από όλα τη δική του ελευθερία, δε θα μπορούσε να μην εκτιμάει και την ελευθερία άλλων. Τα επιγράμματα για τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄  ήταν τόσο μοχθηρά όσο και αιχμηρά γιατί βγήκαν από την πέννα του μεγαλύτερου ποιητή της χώρας. Αρκεί να διαβάσει κανείς τους κωδικοποιημένους στίχους του 10ου  κεφαλαίου του Ευγένιου Ονέγκιν, μυθιστορήματος σε στίχους που ο Πούσκιν ξεκίνησε να γράφει στη βεσσαραβική εξορία. Ακριβώς σ’ αυτό το ανατρεπτικό κεφάλαιο γίνεται η αναφορά στον «μονόχειρα πρίγκηπα», τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.

Στο Ημερολόγιο του Κισινάου, όπου ο Αλεξάντρ Πούσκιν βρέθηκε εξόριστος για τρία χρόνια, από το 1820 έως το 1823, υπάρχουν άπειρες αναφορές στους Έλληνες και τον αγώνα τους, και στα περιθώριά τους ο ποιητής ζωγραφίζει μορφές των τυραννοκτόνων και μαρτύρων των επαναστάσεων.

Μεταξύ τους – του Αλέξανδρου Υψηλάντη,  του Μαρά. Ο Μαρά δεν ήταν για τον Πούσκιν απλά μια προσωπικότητα της Ιστορία: ο μικρός αδελφός του, Νταβίντ Μαρά, που πέθανε το 1821, ήταν καθηγητής γαλλικών γραμμάτων στο Λύκειο του Τσάρσκογιε Σελό (Τσαρικό Χωριό), όπου μαθήτευε ο Πούσκιν.  Ξεχωρίζουν επίσης οι μορφές του Κάρλ Λούντβιχ Ζαντ, Γερμανού φοιτητή που έσφαξε το 1819 τον συγγραφέα μοναρχικό Αύγουστ φον Κοτσέμπουε, και του Λουί Πιερ Λουβέλ, Γάλλου σαμαρά, δολοφόνου του Κάρολου Φερδινάνδου, Δούκα του Μπερί.

Δεν υπήρχε αμφιβολία, ότι το φάντασμα της Ελευθερίας για τα καλά άπλωσε τα φτερά του πάνω από την Ευρώπη. Οι επαναστάσεις στη Δυτική Ευρώπη, η Ελληνική Επανάσταση, που ξεκίνησε από το έδαφος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και μεταλαμπαδεύτηκε στο Μωριά, ενέπνευσαν τις ελπίδες. Ο όρος «μόνιμη επανάσταση» ή «επαναστατικό συνεχές» δεν έδωσε ακόμα το παρόν του, αλλά η επαναστατική μηχανή έχει ήδη πάρει μπρος και δε θα σιγάσει στη Ρωσία παρά μόνο το 1826, με την εκτέλεση των πέντε αρχηγών της Εξέγερσης του Δεκεμβρίου.

Νωρίτερα καταστάλθηκαν και οι άλλες ευρωπαϊκές επαναστάσεις, δεν έζησε παρά μονάχα η Ελληνική, ίσως επειδή απέναντι στους Έλληνες ήταν οι Οθωμανοί, και όχι Γάλλοι, Άγγλοι ή Αυστριακοί, και η πλάστιγγα των ευρωπαϊκών συμφερόντων έγερνε όλο και περισσότερο προς την πλευρά των Ελλήνων.

Ήταν η εποχή, που η πέννα-φτερό των ποιητών ήταν αιχμηρή σαν στιλέτο. Το θέμα στιλέτου, όπλου του Ζαντ και του Λουβέλ, φονικού όπλου της Σαρλότ Κορντέ, όλο και πιο συχνά εμφανίζεται στην ποίηση των Ρώσων ποιητών. Κλασικό είναι το ποίημα του Αλεξάντρ Πούσκιν  Στιλέτο, γραμμένο το Μάρτη του 1821 στο Κισινάου, που έβραζε από τα προαισθήματα της απελευθέρωσης της Ελλάδας:

Από της Λήμνου τον θεό έχεις πλαστεί

Να σε κρατά η Νέμεση η θεία,

Είσαι αυτό που απελευθερώνει, τιμωρεί,

Και κρίνει κάθε αναίσχυντο και τολμητία.

…….

Το ξαφνικό σου πλήγμα θα τον βρει παντού,

Σε γη, σε θάλασσα, σκηνή, και εκκλησία,

Πίσω απ’ την πόρτα την κλειστή του σκοταδιού,

Στο σπίτι και στης κλίνης του την ηρεμία.

……………………………………….

Ω! της αλήθειας φίλε, κι Εκλεκτέ,

Ω Ζαντ, που είδες μόνο κρεμασμένους,

Της ιερής σου αρετής, ω νεαρέ,

Πλανιέται η μνήμη μες στους δοξασμένους.

 

Της Γερμανίας ακατάλυτη Σκιά,

Για κάθε έγκλημα απειλή και τιμωρία,

Στέκει στο μνήμα σου, και λάμπει όλο φωτιά,

Ένα στιλέτο – κι επιγραφή καμία!

1821

 

Ο Πούσκιν είχε την τύχη να παρακολουθεί από κοντά τον αγώνα τον Ελλήνων της Ρωσίας, να γνωρίζει προσωπικά τον Ιωάννη Καποδίστρια, μια και ήταν υφιστάμενός του στο Υπουργείο Εξωτερικών και χάρη στη φροντίδα του οποίου είχε γλιτώσει την εξορία στη Σιβηρία ως τιμωρία για τα επιγράμματα όπου σατίριζε τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄.

Κάποιοι ιστορικοί λογοτεχνίας δε θεωρούν τυχαία την επιλογή από τον Καποδίστρια της Βεσσαραβίας, του Κισινάου, ως τελικού προορισμού για τον ποιητή, συμπεραίνοντας, ότι ο Πούσκιν δεν έγινε φιλέλληνας, εφόσον βρέθηκε στο επίκεντρο των επαναστατικών γεγονότων, αλλά βρέθηκε στο Κισινάου ακριβώς επειδή ήταν φιλέλληνας.

Τον Καποδίστρια, που τον έσωσε από τη σκληρή εξορία στη Σιβηρία, ο Πούσκιν προσφωνεί σε ένα ποίημα του 1822 «Μεγαλόψυχε πολίτη!», και η μορφή του μέλλοντα κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδας  κοσμεί το χειρόγραφο του ποιήματός του Ρουσλάν και Λιουντμίλα.

Στις αρχές Μαρτίου του 1821 ο Πούσκιν γράφει στον φίλο του και Δεκεμβριστή Βασίλη Νταβίντοφ:

«Στις 21 Φεβρουαρίου ο στρατηγός πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης μαζί με δύο εκ των αδερφών του και τον πρίγκηπα Γεώργιο Καντακουζηνό έφτασε από το Κισινάου στο Ιάσιο… Οι Έλληνες άρχισαν να συρρέουν μπουλούκια κάτω από τις τρεις τους σημαίες, εκ των οποίων η μία είναι τρίχρωμη, στην άλλη πλέει ο Σταυρός μέσα σε κλάδους δάφνης με την επιγραφή ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ, στην τρίτη απεικονίζεται ο αναγεννημένος Φοίνιξ. Έχω δει την επιστολή ενός επαναστάτη: περιγράφει με δέος την τελετή αγιασμού των σημαιών και του σπαθιού του πρίγκιπα Υψηλάντη, την αγαλλίαση του κλήρου και του λαού και τις υπέροχες στιγμές της Ελπίδας και της Ελευθερίας… Δύο μεγάλοι λαοί, που από καιρό περιήλθαν σε αθλιότητα (δηλαδή η Ελλάδα και η Ιταλία σημ. δική μας), την ίδια στιγμή αναγεννιούνται από τις στάχτες και, αναγεννημένοι, εμφανίζονται στην πολιτική αρένα του κόσμου. Το πρώτο βήμα του Αλεξάνδρου Υψηλάντη είναι λαμπρό και υπέροχο.

Είχε ευτυχισμένο ξεκίνημα – και, είτε νεκρός, είτε νικητής – από δω και πέρα ανήκει στην ιστορία – 28 ετών, ακρωτηριασμένο χέρι, μεγαλόψυχος σκοπός – ζηλευτή μοίρα!»

Σε μια άλλη σελίδα του Ημερολογίου του Κισινάου διαβάζουμε: «Είμαι πεπεισμένος, ότι η Ελλάδα θα θριαμβεύσει και τα 2,5 εκατομμύρια Τούρκοι θα αφήσουν τον ακμάζοντα τόπο της Ελλάδας στους νόμιμους κληρονόμους του Ομήρου και του Θεμιστοκλή…». Στις 7 Μαίου ο Πούσκιν γράφει στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, στέλνοντας την επιστολή με έναν νεαρό Γάλλο, που πήγαινε να καταταγεί στον ελληνικό στρατό. Η επιστολή χάθηκε, οι ιστορικοί της λογοτεχνίας, πάντως, υποθέτουν, ότι και ο ίδιος ο Πούσκιν σκόπευε να μπει στις γραμμές των Εταιριστών. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνευτεί η φράση, που διαβάζουμε στην επιστολή στο διπλωμάτη Σεργκέι Τουργκένιεφ: «Αν υπάρχει ελπίδα να ξεκινήσει πόλεμος, εκλιπαρώ, αφήστε με στη Βεσσαραβία!»

Πόλεμος! Επιτέλους, έχουν ξεσηκωθεί,

Και της τιμής τα λάβαρα ανεμίζουν,

Θα δω το αίμα, και τα βόλια θα σφυρίζουν

Στου γδικιωμού την αδυσώπητη γιορτή.

……………………………………

Η ταραχή τον εαυτό μου έχει ορίσει,

Φωλιάζει η ανία κάπου μέσα μου βαθιά…

Γιατί ο πόλεμος να έχει αργοπορήσει;

Κι η πρώτη μάχη μου δεν αρχινά;

1821

 

Η σκέψη του αγώνα των Ελλήνων, της Ελευθερίας, που γεννήθηκε και στερεωνόταν στο Νότο, δεν αφήνει τον ποιητή κι αργότερα, όταν ο Καποδίστριας έχει ήδη φύγει για την Ελλάδα, και πολλοί από τους φίλους του ποιητή πήραν δρόμο για τη Σιβηρία. Το 1829, ένα χρόνο πριν ολοκληρώσει το κύριο έργο της ζωής του, το μυθιστόρημα σε στίχους Ευγένιος Ονέγκιν, το οποίο έχει ξεκινήσει στην εξορία του Κισινάου, ο Πούσκιν ταξιδεύει στον Καύκασο, στο θέατρο του ρωσο-τουρκικού πολέμου, που ξεκίνησε στα χνάρια της Ελληνικής επανάστασης και της  ναυμαχίας του Ναβαρίνου. Ούτε ο ποιητής είναι πλέον ίδιος, ούτε και ο ήρωάς του. Έχουν ωριμάσει και ό, τι υπήρχε απόρροια της νιότης,  των ρομαντικών συναισθημάτων, έγινε ρεαλιστική στάση ζωής: έτσι μια από τις εκδοχές του φινάλε του μυθιστορήματος ήταν η συμμετοχή του Ονέγκιν στις οργανώσεις των Δεκεμβριστών κι αργότερα στον πόλεμο στον Καύκασο. Ο Πούσκιν αποκρίθηκε στις νέες πολεμικές ιαχές με ένα ποίημα, αφιερωμένο στην Ελλάδα, σύμβολο τότε της νικήτριας Ελευθερίας.

Σηκώσου, ω Ελλάδα, και τον αγώνα στήσε,

Και δείξε την ανδρεία των παλικαριών σου,

Κι εκείνη την παλιά σου τη μανία λύσε

Του Ολύμπου και της Πίνδου, των Θερμοπυλών σου!

 

Σ’ αυτά τα προαιώνια βουνά, τα μαύρα,

Γεννήθηκε η νέα Ελευθερία,

Στων Αθηνών τα μάρμαρα που ν’ όλο λαύρα,

Και στων αρχαίων ηγετών τα μαυσωλεία.

 

Η χώρα των θεών και ηρώων η χώρα,

Φλέγεται απ’ τη φωτιά ενός αγώνα ωραίου,

Σπάει τα δεσμά και πάει και τραγουδάει τώρα

Τυρταίο και Βύρωνα και θούρια Φεραίου.

1829

Βιλχέλμ Κιουχελμπέκερ  (1797-1846)

 Βαδίζει προς τον ένδοξο σκοπό,

Τη βλέπω, καταφθάνει η ιστορία,

Το κάθε τι παντού είναι παλιό,

Θεσμοί, νόμοι, κιτάπια και βιβλία,

Λαοί, απ’ τον ύπνο σας ξυπνήστε τώρα,

Ήρθε η χαρά, της λεφτεριάς η ώρα!

 

Οι Έλληνες, ω φίλοι, μας καλούν!

Πού’ ν’ τα φτερά να φύγουμε εκεί πέρα;

Βουνά, ποτάμια, πόλεις να χαθούν,

να φτάσουμε προτού να δύσει η μέρα!

Ω, Μοίρα, την προσευχή, άκουσέ μου

Και τη χαρά της μάχης χάρισέ μου!

Ελληνικό τραγούδι, 1821  

Συμμαθητής του Πούσκιν στο Λύκειο του Τσαρικού Χωριού και αργότερα συνάδελφος στο Υπουργείο Εξωτερικών, ο Βιλχέλμ Κιουχελμπέκερ, όπως και ο Πούσκιν, δεν έφτασε ποτέ στην Ελλάδα. Τη χρονιά, που ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, βρισκόταν στο Παρίσι στη διπλωματική αποστολή, παράλληλα παραδίδοντας διαλέξεις για τη ρωσική γλώσσα και τη λογοτεχνία, κάτι στο οποίο η Ρωσική Πρεσβεία στο Παρίσι γρήγορα έβαλε τέλος λόγω του υπερβολικά φιλελεύθερο τους πνεύματος. Από τον Κιουχελμπέκερ ζητήθηκε να επιστρέψει στην Αγία Πετρούπολη: παρόλο που η Αυλή υποψιαζόταν, ότι ο ρομαντικός ποιητής θα παρακούσει την εντολή και θα φύγει για την Ελλάδα, ο Κιουχελμπέκερ επέστρεψε στη ρωσική πρωτεύουσα: στην πατρίδα του επίσης, όπως και στην Ελλάδα, ωρίμαζε η επαναστατική κατάσταση, μόνο που στην Ελλάδα τα κάτω στρώματα δεν ήθελαν, και στη Ρωσία οι κορυφές δεν μπορούσαν να ζουν όπως παλιά.

Ο Κιοχελμπέκερ επέστρεψε στη Ρωσία, και αφού υπηρέτησε ως αναξιόπιστος στον πάντοτε «θερμό» Καύκασο, στις 14 Δεκεμβρίου του 1825 βγήκε στην Πλατεία της Γερουσίας και έκανε δύο αποτυχημένες προσπάθειες να δολοφονήσει στην αρχή τον αδελφό του αποθανόντα τσάρου, και μετά – τον στρατηγό Βόϊνοφ.

Στις φλέβες μας βράζει το αίμα καυτό,

Ποτάμι της ελευθερίας,

Μεγάλοι και ωραίοι, μας ήταν γραφτό

Να γίνουμε σύμβολο ανδρείας.

Δεν θέλω να μείνω σε ύπνο βαθύ,

Στην άπραγη νάρκη να σβήσω,

Η μάχη, ερωμένη, προσμένω να’ ρθεί,

Εμπρός της για να γονατίσω.

………………..

Τι φλόγα που τρώει γλυκά την καρδιά,

Ελλάδα, χωρίς αλυσίδα!

Αχάτη, μας φέρνει αιώνων φωτιά

Εκεί στη βαθιά μας πατρίδα!»

Αχάτης, 1821

 

Και να σου η Ελλάδα απ’ το σκοτάδι,

Νεκρή, και τα δεσμά έχει τσακίσει,

Προβάλλει αναστημένη από τον Άδη

Με το σπαθί που θα την εξαγνίσει.

……………………….

Το θάνατο με θάνατο πατώντας,

Θα λάμψει, ζωντανή, φεγγοβολώντας!

…………………

Η θάλασσα, νερό του μαρτυρίου!

Βυθίστηκε η ανίκητη αρμάδα.

Σκοτείνιασε η γη του Βυζαντίου,

Μια θύελλα σαρώνει την Ελλάδα!

Προφητεία, 1822

 

Δεν ξέρουμε, αν ο Βιλχέλμ Κιουχελμπέκερ είχε μετανιώσει που δεν έφυγε από το Παρίσι στην Ελλάδα για να ζήσει το ρομαντικό του όνειρο μέχρι τέλους. Μετά από την αποτυχία της δεκεμβρινής εξέγερσης ο ποιητής, όπως και οι περισσότεροι σύντροφοί του στην πέννα και στον αγώνα, έχουν καταλήξει είτε στην κρεμάλα, είτε στην αιώνια εξορία στη Σιβηρία, όπου βρέθηκαν σε άνθος της ηλικίας και των πνευματικών τους δυνάμεων. Ο Κιουχελμπέκερ, που στην αρχή καταδικάστηκε σε θάνατο, πέρασε τα πρώτα δέκα χρόνια στα κελιά της απομόνωσης, συνεχίζοντας να γράφει, και τα τελευταία δέκα – στη Σιβηρία.

Βαριά άρρωστος, ένα χρόνο πριν το θάνατο, ο Κιοχελμπέκερ γράφει το 1845 ένα άλλο «προφητικό» ποίημα – Η Μοίρα των Ρώσων ποιητών, όπου κωδικοποιημένα αναφέρεται και ο δολοφονημένος στη μονομαχία Πούσκιν, και κατασπαραγμένος στην Περσία Γκριμπογιέντοφ, και κρεμασμένος το 1826 Δεκεμβριστής Κοντράτ Ριλέγεφ:

Πικρή είναι η μοίρα των ποιητών όλων των φυλών,

Βαρύτερα όλων η μοίρα τιμωρεί τη Ρωσία,

Για τη δόξα ήταν γεννημένος και ο Ριλέγεφ,

Μα ως νέος ήταν ερωτευμένος με την Ελευθερία…

Κι έσφιξε η θηλιά τον θρασύ του λαιμό.

 

 

Κοντράτ  Ριλέγεφ (1795-1826)

Στους στίχους μου τέχνη δε θα βρεις,

Θα βρεις, όμως, ζωντανά συναισθήματα,

Δεν είμαι ποιητής, αλλά πολίτης…

Κοντράτ Ριλέγεφ

 

30 ετών αρχηγός της δεκεμβριστικής Ένωσης του Βορρά, ο Κοντράτ Ριλέγεφ εκτελέστηκε διά απαγχονισμού μαζί με άλλους τέσσερις συναγωνιστές, αρχηγούς της Εξέγερσης της 14ης Δεκεμβρίου 1825. Ο Ριλέγεφ δεν θεωρούσε τον εαυτό του ποιητή, αλλά η ποίησή του είχε τεράστια επιρροή στη ρωσική κοινωνία. Ο Δεκεμβριστής Νικολάι Μπεστούζεβ, που, όπως και ο Κιουχελμπέκερ ολοκλήρωσε τη γήινη πορεία του στα κάτεργα της Σιβηρίας, έγραφε:

«…Περιτριγυρισμένοι από τους σπιούνους του δεσποτισμού, εν μέσω των δουλικών επαίνων, της άτολμης κολακείας και της δειλής δουλοπρέπειας, στην αυτοκρατορία, που στέναζε ολόκληρη κάτω από το ζυγό της βαρύτατης αυτοδικίας, ξαφνικά ακούμε τη φωνή του ποιητή που μας αναγγέλλει τις υψηλές αλήθειες, τις ακούμε για πρώτη φορά, αλλά είναι τόσο γνώριμες στις καρδιές μας».

Της επανάστασης στη ζωή προηγήθηκε η επανάσταση στη λογοτεχνία, που έσπαγε τα άκαμπτα δεσμά του κλασικισμού: επαναστατικός ρομαντισμός θα μπορούσε να είναι ο ορισμός της. Το 1819 ο ποιητής και κριτικός Πιοτρ Βιάζεμσκι έγραφε: « Να χαθείτε εσείς οι κλασικοί με τους κλασικούς σας δεσποτισμούς! Ο κόσμος αρχίζει να μαθαίνει, ότι δεν είναι οι λαοί για τους βασιλιάδες, αλλά οι βασιλιάδες για τους λαούς, ήρθε η ώρα να καταλάβετε, ότι δεν είναι οι αναγνώστες για τους συγγραφείς μα οι συγγραφείς για τους αναγνώστες». Τέτοιος ήταν ο Κοντράτ Ριλέγεφ: ποιητής για τους αναγνώστες.

Ο θάνατος του Μπάιρον στο Μεσολόγγι βρήκε άμεση και θερμή ανταπόκριση στη ρωσική ποίηση, πόσο μάλλον για τον Ριλέγεφ, που θεωρούσε τον Μπάιρον ανώτερο του Σαίξπηρ.`

Για ποιον πενθούν και θλίβονται

Καταμεσίς στις φρίκες του πολέμου;

Πού τρέχουν, σε ποιο κάλεσμα πικρό

Οι γιοι της ιερής Ελλάδας;

Πάει καιρός που πνίγηκε στα δάκρυα και στο αίμα

Η χώρα αυτή στον μέγα της αγώνα,

Και άραγε τώρα ποια καινούργια συμφορά

Χτυπάει τη χώρα του Θεμιστοκλή;

………………………………………………………..

Τριγύρω του σπαράζοντας θρηνούν

Πλήθη πολύβοου κόσμου

Λες κείτεται στο φέρετρο εκείνο

Η λεφτεριά της αναγεννημένης Ελλάδας.

………………………………………………………

Νους υψιπετής, ήλιος του αιώνα,

Ο γιος σου, ο ποιητής σου,

Στο άνθος της νιότης του χάθηκε ο Μπάυρον

Στον ιερό αγώνα για την ελευθερία των Ελλήνων.

………………………………………………………………..

Και όταν εκείνος έφυγε πάνω στη νιότη τού αιώνα,

Σε ξένη γη, μακριά από την πατρίδα,

Και απ’ τη βαθιά του θλίψη πληγωμένος,

Να τι διαλάλησαν οι Έλληνες σε όλη την Ευρώπη:

«Οι απανταχού φίλοι της Ελλάδας και της Ελευθερίας,

Πικρά θρηνούν κι επιτιμούν τη μοίρα,

Οι τύραννοι μονάχα μα και οι δούλοι

Χαίρονται για τον αναπάντεχο χαμό του».

1824   

 

 

Πάβελ Κατένιν (1792-1853)

Ελευθερία! Ελευθερία!

Μόνο εσύ βασίλευε!

Καλύτερα θάνατος παρά να ζεις σαν σκλάβος-

Αυτός είναι ο όρκος μας…

(Ανάμεσα στο 1817 και 1820)

 

Κατά το ένα τέταρτο Έλληνας ήταν και ο ποιητής Πάβελ Κατένιν: ελληνικής καταγωγής ήταν ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας, Αντιστράτηγος Ανδρέας Πουρπούρ. Σε ελεύθερη μετάφραση οι τελευταίοι στίχοι του «όρκου» του Κατένιν ακούγονταν σαν να ήταν βγαλμένα από το Θούριο του Ρίγα: «Καλλιό ΄ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή!»

Αν ο Αλέξανδρος Α΄, που πέθανε ξαφνικά στα τέλη του Νοεμβρίου του 1825, ήταν «Ευλογημένος» και «Σωτήρας της Εθρώπης», ο αδερφός του, που τον διαδέχτηκε στο θρόνο ως Νικόλαος Α΄, έμεινε στη μνήμη ως «Χωροφύλακας της Ευρώπης».

Ο Πάβελ Κατένιν δεν συμμετείχε στην ένοπλη εξέγερση, αλλά οι στίχοι του, όπως και του Πούσκιν, ήταν πολύ πιο θανατηφόροι. Με την εγκατάσταση στο θρόνο του Χωροφύλακα της Ευρώπης  στη Ρωσία άρχισε να κυκλοφορεί ευρέως το σαμιζντάτ: το «σιδηρούν διάταγμα» του 1826 απαγόρευε οποιαδήποτε κείμενα κατά της μοναρχίας. Εκεί που για την Ελλάδα ξεκινούσε ο Γολγοθάς της ανάβασης προς την Ελευθερία, η Ρωσία κατέβαινε το δικό της Γολγοθά, βαδίζοντας προς τη συντήρηση και την αντίδραση.

Σ’ αυτές τις συνθήκες ιδιαίτερο ρόλο, κατά τον Κατένιν, καλούταν να παίξει η ελευθερόφιλη ποίηση. Το 1830 γράφει ένα εκτενές ποίημα, όπου συνομιλούν ο Ποιητής και η Μούσα και όπου υπάρχουν στίχοι, αφιερωμένοι στην Ελλάδα και στη Γαλλική επανάσταση του 1830. Ο Ποιητής πρέπει να υψώνει τη φωνή του, ειδάλλως η έμπνευση θα τον εγκαταλείψει, λέει η Μούσα στον συνομιλητή της, ο οποίος ζηλεύει «κάθε Φιλέλληνα που για την Ελλάδα πεθαίνει, και η ανδρεία του δοξάζεται στην ξένη μαζί με τα δικά της παινεμένα παιδιά».

Η Μούσα

Στο Νότο λάμπει ακτίνα φωτεινή.

Ο Βορράς ολόκληρος τον χειροκροτεί,

Τη βασιλεία του σκότους περιφρονεί.

Κοίτα! Στο χώμα που τόσο αγάπησες

Από τα χρόνια ακόμα τα παιδικά,

Αυτό που γέννησε του κόσμου την ομορφιά,

Τ’ αθάνατα λιβάδια όλης της γης,

Εκεί που κατοικούσαν οι θεοί,

Το τραγούδι των μουσών δε σιγεί,

Η γη που όλες τις δυστυχίες των καιρών

Και τα βάρη σήκωσε των συμφορών,

Όταν των ουρανών η μάστιγα – η Πανδώρα

Τις κάκητες όλες απελευθέρωσε – μα τώρα

Η Ελλάδα στη φλόγα των αγώνων έχει μπει

Και σα νέος και ωραίος Φοίνικας ξαναζεί!

Σιωπούσε πέντε ολόκληρους αιώνες,

Σαν είδωλο αναίσθητο στις κολόνες

Των θεών, που κάποτε περνούσε

Ολόκληρος ο κόσμος και προσκυνούσε.

Τα κομμένα χέρια

Στους ώμους κολλούν

Και για τους αγώνες διψασμένα,

Σπαθιά και ασπίδες κρατούν.

Της Αθηνάς τα τέκνα ήλθε η ώρα

Στον πόλεμο ηρωικά να ριχτούν,

Με τη δική τους θεϊκή Φλόγα

Τη Σελήνη στο αίμα να πνίξουν.

Τον κόσμο ολόκληρο να συγκινήσουν.

Τη γη απ’ άκρη σ’ άκρη να ταρακουνήσουν.

1830

 

Φιόντορ Γκλίνκα (1786-1880)

«Όπου σκουριάσαν τα σπαθιά, λάμπουν τα  άροτρα, οι φυλακές είναι άδειες και οι σιτοβολώνες γεμάτοι, τα σκαλιά της εκκλησίας μες στη λάσπη, και τα δικαστικά μέγαρα χορταριάσαν, οι γιατροί πηγαίνουν πεζοί και οι χασάπηδες έφιπзοι – εκεί ζουν πολλοί γέροντες και πολλά μωρά, και το κράτος καλώς κυβερνάται».

Γκλίνκα. Αρχαίο κινέζικο ρητό για έναν ευτυχισμένο λαό

Ανάμεσα στους θερμούς υποστηρικτές του ελληνικού αγώνα και πολλούς πρωτοκλασάτους ποιητές, που έγιναν τραγουδιστές της ελληνικής ελευθερίας,  ήταν και ο Φιόντορ Γκλίνκα, «Ξενοφώντας της Μάχης του Μποροντινό», όπως τον αποκάλεσε ο ποιητής Βασίλι Ζουκόφσκι για τις εξαιρετικές πολεμικές σημειώσεις του: ως μαχόμενος αξιωματικός, ο Γλίνκα ήταν μάρτυρας του ολέθρου των δυνάμεων του Συνασπισμού και του θριάμβου του Ναπολέοντα στο Άουστερλιτς το 1805, όπως και της συντριπτικής νίκης των Ρώσων και της άτακτης φυγής του Ναπολέοντα στο Μποροντινό, το 1812.

Ο Γκλίνκα έζησε μια μακρά ζωή: γεννήθηκε όταν στο θρόνο βρισκόταν η Αικατερίνη η Μεγάλη και απεβίωσε όταν βασίλευε ο δισέγγονός της, Αλέξανδρος Β΄. Δεν ήταν μια απλή εναλλαγή στο ρωσικό θρόνο, ήταν πέντε διαφορετικές εποχές, σημαδεμένες από τα πραξικοπήματα στο Παλάτι, δολοφονίες των εστεμμένων, πολέμους, επαναστάσεις και εξεγέρσεις. Αν ο Γκλίνκα ζούσε ακόμα ένα χρόνο, θα προλάβαινε να δει να πραγματοποιείται το όνειρο των συντρόφων του, Δεκεμβριστών: το 1881 καταργήθηκε στη Ρωσία η δουλοπαροικία.

Στον Φιόντορ (Θιοντόρ) Γκλίνκα αποφασίστηκε ότι ανήκει το περίφημο Πολεμικό Θούριο των Ελλήνων, γραμμένο το 1821 και υπογεγραμμένο με τα αρχικά Θ.Γ, που ηχεί σαν αντίλαλος του Θούριου του Ρήγα.

Ως πότε σκλάβοι στα δεσμά

Των Αγαρηνών θα ζούμε;

Τους τυράννους της γλυκιά μας Ελλάδας

Ήρθε η ώρα να εκδικηθούμε!

Της πατρίδας ακούστε τη φωνή

Που με λυγμούς μας καλεί:

«Ελάτε κοντά μου, παιδιά μου,

Παλέψτε για μένα νιοί και γέροι!

Ριχτείτε στη μάχη χέρι με χέρι,

Ξεσηκωθείτε για τη Λευτεριά την τιμημένη

Βροντοφωνάξτε με ασυγκράτητη χαρά:

Λεφτεριά στην Ελλάδα, λεφτεριά!»

…………………………………………………

 

Έλληνες, Έλληνες! Ώς πότε πια;

Βροντοφωνάξτε με μια φωνή:

«Γύρνα πίσω, τιμημένη Λεφτεριά!

Λεφτεριά στην Ελλάδα, λεφτεριά!

……………………………………………

Της πανέμορφης Ελλάδας τέκνα, πού είστε;

Πού είναι ο ένδοξος ελληνικός λαός;

Σ’ Ανατολή και Δύση κάποτε ήταν ξακουστός

Και τώρα περιφρονημένος και απ’ όλους ξεχασμένος.

Η μακρόχρονη οθωμανική σκλαβιά

Την Ελλάδα από το χάρτη έχει σβήσει.

Φίλοι, αδέλφια, ήρθε η ώρα η ποθητή

Τα βάσανα μας εκδίκηση να πάρουν.

Από χαρά οι Έλληνες πετώντας

Βροντοφωνούν: «Έφτασε η ώρα η λαμπερή!»

Ήρθε η ώρα ο λαός μας να σωθεί!

Λεφτεριά στην Ελλάδα, λεφτεριά!

………………………………….

Χέρια και καρδιές ενωμένα

Προσεύχονται στον ουρανό,

Τα σπαθιά σταυρωτά ακονίζουν,

Σπίθες πέφτουν σαν καυτή βροχή,

Το ατσάλι συναντάει το ατσάλι,

Όπως χαιρετά ο αδελφός τον αδελφό,

Ορκίζονται στη θήκη να μη βάλουν το σπαθί

Όσο ζουν της λεφτεριάς οι εχθροί.

Για το δίκιο του λαού ας χτυπηθούμε,

Των προγώνων μας ένδοξοι φίλοι,

Με σπαθί και με θάρρος στην καρδιά

Την αρχαία δόξα θα κερδίσουμε ξανά!

Ο λαός δεήσεις αναπέμπει:

Κάτω η σκλαβιά! Ζήτω λεφτεριά!

…………………………………….

Ανδρείας παραδείγματα έχουμε περισσά,

Θα τα σπάσουμε εμείς θα δεσμά,

Θα δώσουμε το αίμα μας όλο για λεφτεριά,

Θα πέσουμε όλοι υπέρ της Πατρίδος!

Ο δρόμος μακρύς, οι μάχες σκληρές,

Του πολέμου τα βάσανα πολλά,

Μα οι Έλληνες τα βρίσκουν γλυκά,

Οι μόχθοι κι οι μάχες δεν τους λυγίζουν

Αρκεί τη σκλαβιά να γκρεμίσουν,

Αρκεί τη δόξα ξανά ν’ αποκτήσουν.

Αν οι αντρειωμένες ψυχές ομονοήσουν,

Ας γίνουμε όλοι μια γροθιά,

Φόβος κανένα δε μας σκιάζει

Και κανένας δε θα μας αντισταθεί.

Όλοι μαζί με μια φωνή

Όρκο θα δώσουμε κι η νίκη θα’ ρθεί:

«Λεφτεριά στην Ελλάδα, λεφτεριά!»

1821

 

Ίσως αυτό το ποίημα του μακροβιότερου Ρώσου Δεκεμβριστή φιλέλληνα, Φιόντορ Γλίνκα, είναι επίκαιρο σήμερα όσο και 200 χρόνια πριν…

Τα επιλγμένα ποιήματα από το βιβλίο Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στον καθρέφτη της Ρωσικής Ποίησης, Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ Ι.Δ. Κολλάρου&ΣΙΑΣ Α.Ε.,2001. Επιλογή ποιημάτων, επιμέλεια Σόνια Ιλίνσκαγια, μετάφραση από τα ρωσικά Ευγενία Κριτσέφσκαγια

Μετάφραση

Οι στίχοι του Αλεξάντρ Πούσκιν  ακούγονται σε απόδοση του Στρατή Πασχάλη

Οι στίχοι του Βιλχέλμ Κιουχελμπέκερ ακούγονται σε απόδοση του Στρατή Πασχάλη

Οι στίχοι του Κοντράτ Ριλέγεφ ακούγονται σε απόδοση του Κώστα Παπαγεωργίου

Οι στίχοι του Πάβελ Κατένιν ακούγονται σε απόδοση της Ρούλας Κακλαμανάκη

Οι στίχοι του Φιόντορ Γκλίνκα ακούγονται σε απόδοση του Χριστόφορου Λιοντάκη

Σχέδια στο κείμενο: Αλεξάντρ Πούσκιν