Η Πηνελόπη Μαρκοπούλου διαβάζει Νικολάι Τσερνισέφσκι

ΕΚΤΑΚΤΟ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ – ΜΙΑ ΖΩΗ

Σήμερα η ηθοποιός Πηνελόπη Μαρκοπούλου διαβάζει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Νικολάι Τσερνισέφσκι (1828-1889) Τι να κάνουμε;, γραμμένο το 1862-1863. Μυθιστόρημα διαχρονικό, σκανδαλώδες την εποχή εκείνη και εξαιρετικά παρεξηγημένο από τους συγχρόνους μας. Αποφασίσαμε να παραθέσουμε το άρθρο στις «Αναγνώσεις» της Αυγής της Κυριακής με αφορμή την έκδοσή του σε μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου το 2015. 115 χρόνια πριν, το 1905, άρθηκε η απαγόρευση του βιβλίου του Νικολάι Τσερνισέφσκι, που κράτησε πάνω από 40 χρόνια. Το μυθιστόρημα αυτό ήταν το πρώτο μπεστ σέλερ της ρωσικής λογοτεχνίας, έχοντας τη μεγαλύτερη απήχηση στη ρωσική κοινωνία ακόμα και από τα κλασικά αριστουργήματα του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, του Τουργκένιεφ και άλλων, παρόλο που ουδέποτε εξετάστηκε από την άποψη των λογοτεχνικών του αρετών (πλην της σοβιετικής περιόδου), αλλά στην εποχή του διαβάστηκε, όπως ήθελε ο δημιουργός του, ως «εγχειρίδιο της ζωής».

ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΚΡΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ

Οι Ρώσοι επαναστάτες, εννοείται, το αξιοποίησαν αμέσως. Το Τι να κάνουμε; ήταν το επιτραπέζιο βιβλίο του Λένιν, και ίσως είναι περιττό να θυμίσουμε, ότι στα χνάρια του Τσερνισέφσκι ο ηγέτης των Ρώσων μπολσεβίκων έγραψε δοκίμιο με τον ίδιο τίτλο. Το Τι να κάνουμε; ήταν το τελευταίο βιβλίο που διάβαζε ο Μαγιακόφσκι πριν αυτοκτονήσει. Η Λιλί Μπρικ επισήμαινε, ότι ο ποιητής έβρισκε πολλές ομοιότητες μεταξύ της ζωής των ηρώων του βιβλίου και της δικής του κατάστασης με τους Μπρικ. Αλλά μάλλον αυτό δεν είχε ακριβώς σχέση με «το εγχειρίδιο της ζωής» όπως το εννοούσε ο Τσερνισέφσκι.

Το βιβλίο γράφτηκε από τον Τσερνισέφσκι σε διάστημα μόλις τεσσάρων μηνών, από τις 14 Δεκεμβρίου του 1862 έως τις 4 Απριλίου του 1863, όταν βρισκόταν έγκλειστος στη Φρούριο Πετροπαύλοφσκαγια, δηλαδή Αγίων Πέτρου και Παύλου. Και αν σκεφτούμε τι έχει γραφτεί στη Ρωσία στην αμέσως προηγούμενη και την αμέσως επόμενη περίοδο, θα καταλάβουμε με ποιά ιερά τέρατα είχε να συναγωνιστεί το βιβλίο του Τσερνισέφσκι, αλλά και την οργή που προκάλεσε αυτό στους επίσημους λογοτεχνικούς κύκλους.

Το 1860-62 ο Ιβάν Τουργκένεφ δημοσιεύει το εμβληματικό μυθιστόρημά του, την Παραμονή, το εκτενές διήγημα Πρώτη αγάπη και τέλος το μυθιστόρημα Πατέρες και παιδιά, απάντηση στο οποίο κάποιοι κριτικοί θεωρούν το βιβλίο του Τσερνισέφσκι. Το 1861 ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι ολοκληρώνει τις Σημειώσεις από το νεκρό σπίτι, το 1866 τον Παίχτη, το 1867 το Έγκλημα και Τιμωρία. Το 1862 βγαίνουν οι Κοζάκοι του Τολστόι, την περίοδο 1865-1868 το Πόλεμος και Ειρήνη… Και όμως. «Όπως οι μουσουλμάνοι τιμούν το Κοράνι, έτσι και οι θαυμαστές του «νέου λόγου» τιμούν το μυθιστόρημα του Τσερνισέφσκι Τι να κάνουμε;», έγραφε το 1879, όταν το μυθιστόρημα έχει πια απαγορευτεί, η εφημερίδα «Moskovskiye Vedomosti» [«Τα νέα της Μόσχας»].

Η νεολαία παραληρούσε. Δεν υπήρχε μαθητής ή φοιτητής, που να μην έχει αφομοιώσει τα δόγματα του Τσερνισέφσκι, και για να είμαστε ειλικρινείς, το ερωτηματικό στον τίτλο του βιβλίο περίσσευε: ο συγγραφέας δεν αναρωτιόταν, αλλά έδειχνε το σωστό δρόμο. Το θέμα είναι απλό και ούτε καν συναρπαστικό, παρόλο που το βιβλίο ξεκινάει με ένα ερωτικό τρίγωνο και μια ψεύτικη αυτοκτονία. Με το κόλπο της αυτοκτονίας ο Τσερνισέφσκι ήθελε να δελεάσει τους αναγνώστες, για να ξετυλίξει αμέσως μετά την θεωρία του για τους νέους ανθρώπους και το φωτεινό μέλλον που πρόκειται να χτίσουν. Όσοι περίμεναν πικάντικες λεπτομέρειες, πρέπει να απογοητεύτηκαν: το βιβλίο μιλούσε για τα υψηλά συναισθήματα, για την αυτοθυσία, και το κυριότερο, οδηγούσε τους νέους ανθρώπους προς μια καινούργια κατεύθυνση, προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας∙ άνοιγε έναν καινούργιο κόσμο, κόσμο εφικτό, χωρίς εκμετάλλευση, με ίσα δικαιώματα ανδρών-γυναικών.

Η Βέρα, η ηρωίδα του Τσερνισέφσκι, μια νεαρά μεσαίας τάξης, την οποία η πατριαρχική της οικογένεια εξαναγκάζει να παντρευτεί έναν άσχετο, «απελευθερώνεται» χάρη στο λευκό γάμο με έναν ευσυνείδητο, με υψηλά ιδανικά φοιτητή, και αφού αποκτά ελευθερία, ανοίγει ένα ραφτάδικο, όπου οι νεαρές κοπέλες εργάζονται ως συνέταιροι και όχι ως μισθωτές εργάτριες. Ο κύκλος ανθρώπων «νέου τύπου» σιγά-σιγά ανοίγει στο βιβλίο, και προς το τέλος του μυθιστορήματος διαγράφεται πλέον φανερά ένας καινούργιος κόσμος που ανατέλλει. Το βιβλίο δεν λειτούργησε ως ουτοπία, αλλά ως σαφής οδηγία, ως εγχειρίδιο. Οι ψυχόπονοι φοιτητές –στην πραγματικότητα πλέον – άρχισαν σωρηδόν να παντρεύονται με λευκό γάμο τις νεαρές θυγατέρες των στρατιωτικών και των εμπόρων, για να τις απελευθερώσουν από τους δεσποτικούς γονείς.

Προς Θεού! Όχι σεξ, μόνο φίλοι, ώσπου οι νεαρές, που σχεδόν αμέσως μετά το γάμο άνοιγαν και από ένα ραφτάδικο, κατά συνταγή της ηρωίδας του Τσερνισέφσκι, να βρουν τον πραγματικό τους, τίμιο έρωτα. Το Τι να κάνουμε; έγινε σημαία της νεολαίας της εποχής. Δεν αποτέλεσε λογοτεχνικό, αλλά κοινωνικό-πολιτικό (και οικονομικό) γεγονός. Το μυθιστόρημα (ίσως και η απίστευτη δημοσιότητά του) προκάλεσε την οργή της επίσημης, «ευγενούς» λογοτεχνίας της εποχής. Οι αντιδράσεις του φίνου αριστοκράτη Τουργκένεφ, του «μηχανικού των ανθρώπινων ψυχών», κόμη Τολστόι, και πολλών άλλων, ήταν ακραίες και καθόλου συναδελφικές. Η δημοσίευση του μυθιστορήματος στο περιοδικό «Σοβρεμένικ» έγινε η αιτία ενός από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στη ρωσική λογοτεχνία: Τολστόι, Τουργκένεφ, Φετ και άλλοι ζήτησαν από τον αρχισυντάκτη του περιοδικού, ποιητή Νικολάι Νεκράσοφ, να εκδιώξει το «γιο της πλύστρας» από τις σελίδες του. «Ο Τσερνισέφσκι βρωμάει κορέους!» έλεγαν και έγραφαν ο Τουργκένεφ και ο Τολστόι. «Μου έπεσαν τ’ αφτιά, όταν διάβασα αυτό το μυθιστόρημα», ομολογούσε, καθόλου κομψά, ο διάσημος δραματουργός Αλεξάντρ Οστρόφσκι. Αλλά τον Τσερνισέφσκι τον διασκέδαζε αυτή η κατάσταση και ποσώς τον ενδιέφερε η γνώμη των «μεγάλων»: «Δεν έχω ίχνος λογοτεχνικού ταλέντου, έγραφε ο Τσερνισέφσκι για τον εαυτό του, προϊδεάζοντας τους κριτικούς. «Γράφω μυθιστορήματα, όπως ο πετράς λαξεύει την πέτρα… Δεν ξέρω να χειρίζομαι τη γλώσσα και δεν είμαι ικανός να απολαμβάνω τις ομορφιές της φύσης». (Σας θυμίζει κάτι; Η Άννα Αχμάτοβα έγραψε στο ποίημά της «Μαγιακόφσκι»: «…Να ξαποστάσουνε δεν λέγανε τα χέρια σου|| Καθώς μαστόρευες τις φοβερές σου σκαλωσιές»).

Ο Τσερνισέφσκι έκανε ό,τι θα κάνουν 60 χρόνια αργότερα οι λογοτέχνες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση: προσπάθησε να φτιάξει μια νέα λογοτεχνία για έναν νέο άνθρωπο, μια λογοτεχνία περισσότερο χρηστική, μια νέα γλώσσα. Πόσο, όμως, κράτησε ο ενθουσιασμός των πολυπληθών αναγνωστών; Όσο μάλλον κράτησαν και τα αυτοσχέδια ραφτάδικα: η απλοϊκή, ουτοπική συνταγή δεν λειτούργησε, η λατρεία θα γυρίσει μπούμερανγκ, τόσο για το βιβλίο όσο και για τον συγγραφέα-ίνδαλμα.

Η ουτοπία του Τσερνισέφσκι θυμίζει τη σοβιετική επιστημονική φαντασία: είναι βιβλίο για ένα ωραίο μέλλον, όπου οι άνθρωποι θα μπορούσαν μεν να ζουν στη βουκολική φύση, αλλά ως διανοούμενοι, που απολαμβάνουν τους καρπούς της υψηλής τεχνολογίας και της προόδου. Μεταξύ άλλων, ο Τσερνισέφσκι προέβλεψε στο βιβλίο του ότι το αλουμίνιο θα είναι το μέταλλο του μέλλοντος…

Τη δεύτερη, και πολύ πιο μακρόχρονη ζωή του, το μυθιστόρημα του Τσερνισέφσκι την απέκτησε στη Σοβιετική Ένωση, όπου θεωρούταν ένα από τα βιβλία κλασικής ρωσικής λογοτεχνίας και κάτι παραπάνω… Το μελετούσαν στα σχολεία, στα Πανεπιστήμια, για το Τι να κάνουμε; γράφονταν πτυχιακές εργασίες και διδακτορικά. Και μετά πάλι σιωπή, που ακολουθήθηκε από έναν δεύτερο «αποκεφαλισμό» του Τσερνισέφσκι… Οι γενιές, που για πολλοστή φορά απατήθηκαν, δοκιμάζοντας τη «συνταγή» του, κατέβασαν το ίνδαλμά τους από το βάθρο μαζί με τους ηγέτες της Επανάστασης.

Στο επίμετρο της ελληνικής μετάφρασης, ο Άρης Μαραγκόπουλος αναφέρεται στο έργο του Ναμπόκοφ Το δώρο (1935), όπου το Δ΄ Κεφάλαιο, «Βιβλίο μέσα στο βιβλίο», παρουσιάζεται η βιογραφία του Τσερνισέφσκι, γραμμένη από τον ήρωα του φαρμακερού Ναμπόκοφ. Κάποιοι μελετητές τού έργου τού Ναμπόκοφ σημειώνουν, ότι σ’ αυτό το κεφάλαιο κορυφώνεται και ολοκληρώνεται εκείνη η περίφημη σύγκρουση που κράτησε στη ρωσική λογοτεχνία επί έναν αιώνα.

Η αντιπαράθεση Ναμπόκοφ-Τσερνισέφσκι είχε και μια εντελώς συγκεκριμένη αφετηρία: ο παππούς του Ναμπόκοφ, υπουργός Δικαιοσύνης επί Αλέξανδρου Γ΄, ήταν εκείνος που οργάνωσε τη στενή παρακολούθηση του Τσερνισέφσκι, αφότου έληξε η εξορία του συγγραφέα στο Αστραχάν το 1889. Ο Τσερνισέφσκι πέθανε την ίδια χρονιά.

Το Δ΄ Κεφάλαιο του Δώρου προκάλεσε την οργή των Ρώσων εμιγκρέδων, και το παρισινό περιοδικό «Σύγχρονες σημειώσεις», όπου πρωτοδημοσιεύτηκε το μυθιστόρημα (1937-1938), το έκοψε όπως ήταν. Το κεφάλαιο το σχετικό με τον Τσερνισέφσκι είδε το φως μόλις το 1952, όταν το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε στη Νέα Υόρκη.

Μετά από όσα είπαμε, τίθεται το ερώτημα, αν είχε νόημα να μεταφραστεί το Τι να κάνουμε; στα ελληνικά και να εκδοθεί. Η συνταγή του χαρούμενου κοινοβίου δεν λειτούργησε μέσα στο χρόνο, ως ερωτικό μυθιστόρημα το βιβλίο δεν λέει και πολλά πράγματα, ως ουτοπία δείχνει ξεπερασμένο και αφελές. Υπήρχε τελικά λόγος να μεταφραστεί σήμερα;

Σαφώς και υπήρχε. Ο Τσερνισέφσκι ήταν μεγάλη μορφή, τόσο για το πολιτικό-κοινωνικό γίγνεσθαι της Ρωσίας στα μέσα του 19ου αιώνα, όσο και για τη λογοτεχνία της, παρόλο που δεν ακολουθούσε τις κλασικές συνταγές. Και δεν θα μπορούσε να τις ακολουθήσει, γιατί οι αποδέκτες της νέας λογοτεχνίας δεν είχαν ακόμα τους εκπροσώπους τους στη λογοτεχνία. Δεν υπήρχε δηλαδή προηγούμενο! Αυτή τη σελίδα άνοιξε ο Τσερνισέφσκι.

Όσο για τη συνταγή, ήταν εξαρχής αποτυχημένη, όπως η συνταγή με εκλεκτά υλικά στην κουζίνα μιας ψησταριάς: θα μπορούσε να πετύχει μόνο σε όσους ανήκαν ψυχή τε και σώματι, ιδεολογικά και πνευματικά, στον κύκλο του Τσερνισέφσκι, τον κύκλο των raznochinetz, δηλαδή διανοουμένων, μορφωμένων ανθρώπων που δεν ανήκαν όμως σε καμμιά από τις τάξεις της αυτοκρατορικής Ρωσίας.

Τη συνταγή του «κληρονόμησαν» τα μέλη της Οργάνωσης «Λαϊκή θέληση», που ιδρύθηκε το 1879, όταν ο Τσερνισέφσκι ήταν ακόμα εν ζωή, μελλοντικοί δολοφόνοι του τσάρου Αλέξανδρου Β΄ και στο παρά πέντε δολοφόνοι του διαδόχου του, τσάρου Αλέξανδρου Γ΄, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο μεγαλύτερος αδερφός του Λένιν, Αλεξάντερ Ουλγιάνοφ. Όμως το «ερωτικό» μυθιστόρημα του Τσερφνισέφσκι κατάφερε να γίνει πολιτικό μανιφέστο, πολιτικό πρόγραμμα, να γίνει προπομπός των εξελίξεων, όπως νωρίτερα η Νέα Ελοΐζα και το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ έγιναν προπομποί της Γαλλικής Επανάστασης.

Πώς κατέληξαν αυτές οι ιδέες, γνωρίζουν οι πάντες. Αλλά ποιός μας απαγορεύει να ονειρευόμαστε;

Το απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Τι να κάνουμε;» του Νικολάι Τσερνισέφσκι ακούγεται σε μετάφραση στα ελληνικά της Ελένης Μπακοπούλου.