Ο Χρήστος Λάβνος διαβάζει Μιγιασάτ Μουσλίμοβα

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ – ΜΙΑ ΖΩΗ

Σήμερα ο ηθοποιός Χρήστος Λάβνος διαβάζει το ποίημα Ενίοτε φοβάμαι της σύγχρονης ποιήτριας από τη Δημοκρατία του Νταγκεστάν της Ρωσίας Μιγιασάτ Μουσλίμοβα (1959) (http://www.avgi.gr/article/10812/9230862/1-e-poietria-tou-kaukasou), μιάς από τις καλύτερες ποιήτριες, που γράφει, αλλά και έγραφε ποτέ στη ρωσική γλώσσα. Εξαιρετικά τολμηρός, αλλά και εύθραυστος άνθρωπος, η Μιγασάτ Μουσλίμοβα δε μένει αδιάφορη σε ό, τι συμβαίνει στον τόπο της, μικρή βουνίσια Δημοκρατία του Καυκάσου με δεκάδες μικρές και μεγάλες εθνότητες και γλώσσες, δε μένει αδιάφορη στους ανθρώπους της. Τα ποιήματα και τα άρθρα της λαβώνουν, αλλά και ενεργοποιούν συνειδήσεις. Η ποίησή της φοβίζει «όσων η καρδιά ήρεμα χτυπά». Προφανώς, και ο έρωτας. Είναι εύκολο να ερωτευτείς μια τέτοια γυναίκα. Είναι δύσκολο να ανταποκριθείς στον έρωτά της…

Ενίοτε αυτά
από τα οποία κρύβεσαι,
σε βρίσκουν όταν δεν το περιμένεις.

Εδώ και χρόνια κρύβω στο στέρνο μου
ένα μικρό χελιδόνι,
που με ακολούθησε,
ενώ κατέβαινα στην πεδιάδα από τα βουνά.
Το έκρυβα απ’ όλους:
ήταν υπερβολικά παρορμητικό
και μπορούσε να φοβίσει
όσων η καρδιά ήρεμα χτυπά.

Μια φορά τρόμαξε κάποιον,
και τόσο δυνατά χτυπούσε τα φτερά της,
αναζητώντας αέρα,
που πήγα στην κορυφή του βουνού,
όπου γεννήθηκε.

Ο δρόμος προς τα βουνά ήταν κομμένος,
και η θορυβώδης φίλη μου
με έφερε στην αίθουσα του χορού,
Έκατσα στο βάθος της σκηνής
και νανούριζα το χελιδονάκι μου:
εκείνο τά’ χασε
επειδή δεν ήξερε να χορεύει.

Παίχτηκαν διάφορες μελωδίες,
αλλά δεν μ’ άφηνε να σηκωθώ.
Για να νικήσω τον φόβο του,
βγήκα στη σκηνή,
χωρίς να ξέρω, τι μας περιμένει.
Ο χορογράφος ζήτησε να σηκώσω ψηλά τα χέρια
για ν’ αρχίσει ο χορός.

Όταν σήκωσα τα χέρια,
κατάλαβα, ότι αυτός είναι ο χορός.
Από κάπου έρεε τόσο υψηλή μουσική,
που δεν μπορούσα να τη φτάσω.
Και ξαφνικά,
μου κόπηκε η αναπνοή –
μέσα από την καρδιά,
σκίζοντάς τη με δυνατές σπρωξιές,
άρχισαν να φυτρώνουν τα φτερά,
τεράστια, ορμητικά.
Μέσα μου, δηλαδή,
ζούσε ένα πουλί,
τεράστιο σαν τον ουρανό,
δυνατό σαν τα φτερά.
Και με σήκωσε τόσο απότομα,
που σταμάτησα ν’ αναπνέω,
και ζήτησα να σβήσει η μουσική.

Δεν πρόκειται για ποιητική εικόνα,
αλλά για καθαρά αλήθεια
ήταν η ομορφότερη μουσική,
που είχα ακόυσει,
ήταν ο καλύτερος μου χορός –
με μια κίνηση μόνο.
Δε φοβάμαι πια για το πουλί
που ζει μέσα μου.
Κι εκείνο δε φοβάται πια για μένα.
Το μόνο που φοβάμαι –
είναι ν΄ακούσω ξανά εκείνη τη μουσική,
γιατί την επόμενη φορά
δε θα’ χω τη δύναμη να τη σταματήσω.

Το ποίημα «Ενίοτε φοβάμαι» της Μιγιασάτ Μουσλίμοβα ακούγεται σε μετάφραση στα ελληνικά της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια.