Μιγιασάτ Μουσλίμοβα


ΜΙΓΙΑΣΑΤ ΜΟΥΣΛΙΜΟΒΑ

Πηγή: ΑΥΓΗ Αναγνώσεις

Η ποιήτρια του Καυκάσου

Το όνομα της μικρής Δημοκρατίας του Νταγκεστάν, που εκτείνεται ανάμεσα στην Κασπία θάλασσα και τις βουνοκορυφές του Καυκάσου, και είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Ρωσίας εδώ και σχεδόν 400 χρόνια, λίγοι έχουν ακουστά στην Ελλάδα. Τόπος με 3 εκατομμύρια κατοίκους και …14 επίσημες γλώσσες, μεταξύ των οποίων η ρωσική, που είναι πρώτη ανάμεσα σε ίσες – σαν τον Ιούλιο Καίσαρα– και όπου οι τρεις μεγάλες θρησκείες, ισλάμ, ορθοδοξία και ιουδαϊσμός, συνυπάρχουν ειρηνικά για πολλούς-πολλούς αιώνες. Η λογοτεχνία του Νταγκεστάν στη ρωσική γλώσσα δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια, η λογοτεχνία στις υπόλοιπες γλώσσας είναι σχεδόν άγνωστη: πέρασε η εποχή που η σοβιετική λογοτεχνία εμπλουτιζόταν διαρκώς με τις μεταφράσεις από τις γλώσσες των μικρών και μικροσκοπικών λαών της. Κι όμως υπάρχουν σύγχρονοι Νταγκεστανοί ρωσόφωνοι ποιητές, γνωστοί όχι μόνο στον τόπο τους αλλά και σε όλη την τεράστια ρωσική επικράτεια. Ανάμεσά τους η Μιγιασάτ Μουσλίμοβα, φιλόλογος, αντιπρύτανης του Ινστιτούτου Ανάπτυξης της Εκπαίδευσης, πρόεδρος του παραρτήματος της Ένωσης Ρώσων Συγγραφέων στο Νταγκεστάν, με πλούσια κοινωνική δράση, που αγωνίζεται για τη διαφύλαξη των μικρών γλωσσών του Καυκάσου. Η ίδια συνομιλεί στα βιβλία της με τους τιτάνες της παγκόσμιας Τέχνης, υιοθετώντας –συνειδητά ή ασυνείδητα– αυτή τη σωκρατική μέθοδο εκμαίευσης της αλήθειας. Μια συζήτηση μαζί της δεν είναι μόνο μια γνωριμία με έναν σχεδόν άγνωστο πολιτισμό, αλλά κι ένα πλούσιο υλικό προς σκέψη για τους μικρούς λαούς, που αγωνιούν για το μέλλον της γλώσσας τους, των παραδόσεών του, των παιδιών τους…

ΕΥΓΕΝΙΑ ΚΡΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ

– Είστε εκπρόσωπος ενός τόπου, ενός λαού, για τους οποίους οι Έλληνες γνωρίζουν ελάχιστα. Και αν διευκρινίσουμε, ότι η Δημοκρατία του Νταγκεστάν βρίσκεται στον Βόρειο Καύκασο, τότε μάλλον οι συνειρμοί θα είναι σκληροί: Τσετσένοι τρομοκράτες, Μπεσλάν κ τ.λ. Πώς θα παρουσιάζατε τον τόπο σας σε λίγες φράσεις;

– Η πατρίδα μου, το Νταγκεστάν, είναι πρωτίστως Καύκασος, ορεινός πολιτισμός με μακραίωνη ιστορία και κουλτούρα. Ο τρόπος ζωής αλλάζει ραγδαία λόγω της παγκοσμιοποίησης, τα βουνά αδειάζουν, τα χωριά ερημώνουν, οι ρίζες εξασθενούν. Είναι η τραγωδία μας. Μετά από τη διάσπαση της Σοβιετικής Ένωσης ο βόρειος Καύκασος βρέθηκε να αναζητά την ταυτότητά του. Το «σιδηρούν παραπέτασμα» γκρεμίστηκε, η νεολαία, που ξεχύθηκε να μελετάει το Ισλάμ στις αραβικές χώρες, επέστρεψε, διαποτισμένη με την ξένη προς εμάς ιδεολογία του ουαχαμπισμού. Εγκληματοποίηση της κοινωνίας, εξασθένιση των κρατικών δομών, θρίαμβος του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης οδήγησαν στην εξαφάνιση της ιδεολογίας. Και όπου γκρεμίζονται τα θερμοκήπια, θριαμβεύουν τα βούρλα. Μην ξεχνάτε ότι το Νταγκεστάν είναι ο νότιος προμαχώνας της Ρωσίας, και στην παγκόσμια πολιτική υπάρχουν ουκ ολίγες δυνάμεις που θέλουν να αποκόψουν τον Καύκασο από την Ρωσία. Ο ιός του εξτρεμισμού έπληξε τον τόπο μου, αλλά είναι μια αφύσικη γι’ αυτόν, ξένη ασθένεια. Θα την ξεπεράσει και την ξεπερνάει, τον Καύκασο θα σώσουν οι παραδοσιακές εστίες του και όχι οι αγέρηδες της παγκοσμιοποίησης, γιατί ο Καύκασος είναι η χώρα του ιπποτισμού, είναι ο τύπος ανθρώπων που τους γέννησε η ρωμαλέα φύση των πανύψηλων βουνών και των αδάμαστων ποταμών, όπου πάνω απ’ όλα εκτιμούν την αγάπη για την πατρίδα, τις παραδόσεις της, τη ρώμη και τη μετριοφροσύνη, όπου σέβονται τους γηραιότερους, και όπου, παντού και πάντα, ακόμα και στον κόσμο των γυναικών, κυριαρχεί η ανδρεία. Το Νταγκεστάν, ο Καύκασος, είναι η Βαβέλ των γλωσσών, όπου οι άνθρωποι ξέρουν να διαφυλάττουν τον πολιτισμό τους και να εκτιμούν τους άλλους πολιτισμούς, όπου ζουν ειρηνικά και με ομόνοια. Είμαι υπερήφανη, γιατί η ιστορία του τόπου μου δεν γνώρισε εμφύλιους πολέμους. Ενότητα μέσα από τη διαφορετικότητα και συσπείρωση διάφορων εθνικοτήτων – αυτά μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας, οι ειρηνικοί βοσκοί και γεωργοί, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αντιμετωπίσουν εξωτερικούς εχθρούς. Οι βουνίσιοι είναι πάντα πασιονάριοι. Αγαπώ τον λαό μου και είμαι υπερήφανη γι’ αυτόν.

– Παρόλο που το Νταγκεστάν και η Ελλάδα είναι δυο εντελώς διαφορετικές χώρες, όσον αφορά τον πολιτισμό, τη θρησκεία, την ιστορική πορεία τους, έχουν, κατά τη γνώμη μου, πολλά κοινά σημεία. Το πώς βλέπουν το περιβάλλοντα κόσμο, την οικογένεια, την μικρή τους πατρίδα, το πώς χτίζουν την ποίησή τους. Ακόμα και η φύση μοιάζει: η θάλασσα και τα βουνά. Και η Ελλάδα και το Νταγκεστάν βρέθηκαν στην κρεατομηχανή της παγκοσμιοποίησης, που απειλεί σοβαρά τη γλώσσα, τις παραδόσεις, τον τρόπο ζωής τους. Όπως είπατε σε μια συνέντευξη, η νεολαία του Νταγκεστάν αντιμετωπίζει έναν πολύ δύσκολο στόχο: να ενσωματωθεί στη νέα ζωή και να διατηρήσει τις ρίζες της. Τα καταφέρνει; Τι κάνει γι’ αυτό η διανόηση του Νταγκεστάν;

– Συμφωνώ. Τα νέα παιδιά μας καλούνται να αντιμετωπίσουν τις ίδιες προκλήσεις. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, γιατί πρέπει να προσδιορίσουν την ταυτότητά τους μέσα στην απέραντη θάλασσα των πληροφοριών, είναι αδύνατο πλέον να ζουν στις συνηθισμένες συντεταγμένες. Από τη μια πλευρά είναι καλό, γιατί έτσι αφυπνίζεται η προσωπικότητά τους, αναγκάζονται να αναλάβουν την ευθύνη για τις επιλογές τους, ανοίγουν τα σύνορα, αλλά από την άλλη, βρίσκονται απέναντι σε έναν τεράστιο πειρασμό, αφού τα ίδια πληροφοριακά ρεύματα μεταφέρουν μαζί και τα απόνερα. Στον εθνικό πολιτισμό πάντα υπήρχε ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ καλού και κακού, η παγκοσμιοποίηση όλο και περισσότερο σβήνει τα σύνορα ανάμεσά τους, είτε τα καμουφλάρει με μεγαλύτερη επιδεξιότητα, για να μην προλάβουν οι νέοι να προσανατολιστούν. Εκτός του ότι υπάρχουν αξίες που είναι ριζικά αντίθετες με τη νοοτροπία των Καυκάσιων. Αποτέλεσμα αυτού, οι εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις. Όμως η έμφυτη ηθική τους βοηθά να παίρνουν τα καλύτερα από τον έξω κόσμο και να διατηρούν την πίστη στις παραδοσιακές αξίες: η νεολαία μας σπουδάζει στα καλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ρωσίας και του κόσμου, κι όμως καταφέρνει να διατηρήσει το «εγώ» της. Έτσι, στη Μόσχα η νεολαία του Νταγκεστάν ίδρυσε την Ένωσή της, όπου διδάσκονται οι γλώσσες του Νταγκεστάν, οι εθνικές γιορτές της. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ιστορικών, η Παιδεία ήταν μια από τις μεγαλύτερες αξίες στο Νταγκεστάν, εδώ υπήρχαν τα περισσότερα στη Ρωσία εκπαιδευτικά ιδρύματα ανά κάτοικο. Η λατρεία της Γνώσης και το έμφυτο αίσθημα του υγιούς ανταγωνισμού, δραστήριος χαρακτήρας και δεκτικότητα προς καθετί καινούργιο, βοηθούν τη νεολαία μας να ενσωματωθεί στη νέα εποχή. Ο ρόλος της διανόησης είναι πολύ σημαντικός: αποτελεί παράδειγμα με τα επιτεύγματά της στην επιστήμη, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση, έχει δυνατό λόγο στα ΜΜΕ, κάνει διάλογο με τη νεολαία… Όμως η διανόηση δεν δίνει όσα θα έπρεπε και θα μπορούσε να δώσει, γιατί ο κομφορμισμός διακρίνει ουκ ολίγους από τους εκπροσώπους της.

– Έχετε πει επίσης, ότι η λογοτεχνία του Νταγκεστάν δεν επεξεργάζεται τα σύγχρονα θέματα. Πώς τα διαχειρίζεται η ποίησή σας;

– Δυστυχώς, η λογοτεχνία μας σιωπούσε όλα αυτά τα χρόνια, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του ΄90, δεν μιλούσε για τις τραγικές διαδικασίες στη ζωή μας. Οι ποιητές της σοβιετικής εποχής –με κάποιες εξαιρέσεις– έχουν χάσει τα θέματα, τη φωνή τους, οι νέοι ποιητές δεν την βρήκαν ακόμα, είτε εκμεταλλευόμενοι τα παλιά θέματα, είτε διαφεύγοντας στην εικονική, επινοημένη πραγματικότητα, παραμένουν πιστοί στα συμβατικά ποιητικά θέματα του Καυκάσου, στα μαχαίρια και τις κάπες των βοσκών και των πολεμιστών του. Μόλις στα τελευταία χρόνια άρχισαν να εμφανίζονται έργα που πραγματεύονται τα σύγχρονα ζητήματα. Ο Καύκασος έχει ζήσει την τραγωδία της επιρροής της τρομοκρατίας στην εθνική κοσμοθεωρία του λαού, στην καταστροφή των παραδοσιακών αξιών. Τόσες χαμένες και τσακισμένες ζωές! Η λογοτεχνία είναι η αντίδραση του λαού, είναι ο καθρέφτης, που βοηθά να κατανοήσουμε ό,τι συμβαίνει, να περάσουμε τη σκέψη μέσα από την ψυχή και να την μεταμορφώσουμε. Αν ο συγγραφέας, ο ποιητής είναι απασχολημένος δοξάζοντας την εξουσία, ή δεν καταφέρει να εκφράσει τη φωνή του λαού, τότε έχουμε την κρίση της εθνικής λογοτεχνίας. Πρέπει να έρθουν οι καινούργιοι λογοτέχνες. Ξεκίνησα να δημοσιεύω τα γραπτά μου πολύ αργά, δεν το επέτρεπα στον εαυτό μου νωρίτερα, τοποθετώντας πολύ ψηλά τον πήχη. Αλλά μετά τη σφαγή του Μπεσλάν [τρομοκρατικό χτύπημα στο σχολείο της πόλης Μπεσλάν στη Βόρεια Οσετία το 2004 με πάνω από 385 νεκρούς, κυρίως παιδιά – σημ. της μτφ.], το σοκ ήταν τόσο ισχυρό, που η ψυχή ξεχείλισε. Άρχισα να γράφω για το τι συμβαίνει στους ανθρώπους, γιατί προδίδουν ό,τι ανθρώπινο έχουν μέσα τους, για την ευθύνη μας απέναντι στη Γη. Θεωρώ μεγάλη αυταπάτη της εποχής μας να βάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα πάνω από το ανθρώπινο καθήκον. Το αληθινό δίκαιο και το ύστατο καθήκον πάντα συμβαδίζουν. Εκεί, που όλοι κάνουν το καθήκον τους, αυτομάτως προστατεύονται και τα δικαιώματα. Βλέπετε, άθελά μου ξέφυγα στην πολιτική. Ίσως τα κοινωνικά για μένα έχουν μεγαλύτερη αξία από τα προσωπικά.

– Έχετε πει επίσης, ότι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι σπάνια γράφουν ποίηση, γιατί η ποίηση είναι αντίδραση στον πόνο. Άρα η ποίηση θα είναι ζωντανή, όσο συμβαίνουν οι τραγωδίες;

– Ναι, είναι αναπόφευκτο. Η κάθαρσις και η μετάνοια έρχονται μέσα από τον πόνο. Ο πόνος γεννά τον Λόγο, όχι ανάλαφρο αλλά επιφορτισμένο με τη ζωή. Κανείς δεν υποσχέθηκε στον άνθρωπο ότι γεννήθηκε για να ’ναι ευτυχισμένος, αν και θα το θέλαμε πολύ. Ο πόνος αποκαλύπτει το αληθινό και το ψεύτικο, δίνει την ύστατη οπτική. Εφόσον ο κόσμος διάλεξε την τεχνοκρατική πορεία ανάπτυξης, του μένει να παραδεχτεί ότι διάλεξε το δρόμο του Κακού. Έγινε αναίσθητος στον πόνο, και μόνο οι ποιητές μπορούν να τον εκφράσουν. Άρα οι μοίρες τους γίνονται όλο και τραγικότερες: ή θα το αποδεχτούν ή θα αναγκαστούν να παραχωρήσουν τη θέση τους στους γραφομανείς. Αυτό θα επισπεύσει το θάνατο της ποίησης και επομένως το θάνατο της Γης.

– Σ’ ένα από τα γνωστότερα βιβλία σας, στους Διαλόγους με τον Δάντη, συνομιλείτε με τον ποιητή για τον πόλεμο και την ειρήνη, θέματα ιδιαίτερα επίκαιρα και για τις δυο χώρες μας, που βρίσκονται στο σταυροδρόμι των πολιτισμών, των θρησκειών, των εμπορικών αρτηριών, πλούσιες σε πετρέλαιο. Συνομιλείτε με τον Ρεμάρκ και τον Μάντελσταμ και με πολλούς άλλους ανθρώπους της τέχνης όλης της υφηλίου. Στη λίστα των μεγαλύτερων ποιητών της ανθρωπότητας ο Ιωσήφ Μπρόντσκι τοποθέτησε τους σύγχρονους Έλληνες ποιητές, τον Καβάφη, τον Σεφέρη και τον Ρίτσο. Τι θα λέγατε μ’ αυτούς;

– Με τον Κωνσταντίνο Καβάφη θα ήθελα να μιλήσω για το ενδιαφέρον του για την Ιστορία: τι είναι; Φυγή από την πραγματικότητα ή μορφή κατανόησής; Θα προτιμούσα πάντως να επιλέξει εκείνος το θέμα. Θα ήθελα ν’ ακούσω τον Γιάννη Ρίτσο να διαβάζει τη ποίησή του για να ρουφήξω τη δύναμη της ποιητικής του φωνής, να κατανοήσω τις απαρχές των φωτεινών ποιητικών του εικόνων, να νιώσω βαθύτερα την αγάπη του για την πατρίδα, να πονέσω μαζί του. Πόσο όμορφα συνδυάζονται στην ποίησή του το παρελθόν και το παρόν της μεγάλης Ελλάδας! Τα λόγια του χτυπούν ανελέητα, και πρέπει να αντέχεις τα χτυπήματα για να είσαι αντάξιος διαλόγου μ’ αυτόν τον σπουδαίο ποιητή, ν’ αξίζεις της προσοχής του. Ο ποιητής που έχει τα κότσια να πει στο λαό την πικρή αλήθεια και να ανεβάσει την πολιτική σε επίπεδο υψηλής ποίησης, είναι αναμφισβήτητα μεγάλος. Αρκεί να αναφερθώ στο Χρυσόμαλλο δέρας του Ρίτσου. Με τους στίχους του πρέπει να δοκιμάζουμε τη δική μας ποίησή.

Με τον Γιώργο Σεφέρη θα ήθελα να μιλήσω για την ποίηση του 20ού αιώνα. Ως διπλωμάτη θα τον ρωτούσα για τη σύγχρονη παγκόσμια πολιτική. Και θα τον παρακαλούσα να απαγγείλει τους στίχους του, για να ακούω τους ήχους, τις παύσεις, για να επαναλαμβάνω τις μαγικές του φράσεις, που λικνίζονται στο ρυθμό της θάλασσας και του Σύμπαντος, θα μάθαινα να αισθάνομαι τον εαυτό απέναντι στο άπειρο, να ψηλαφίζω τις ακτίνες του ηλίου, που μας συνδέουν. Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας/ τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά/ που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή βυθισμένη…

– Πρόκειται να μας επισκεφτείτε, θα θέλατε να πείτε κάτι στους έλληνες αναγνώστες;

– Θέλω να πιστεύω πως έχω ήδη φίλους στην Ελλάδα. Αλλά θέλω να μελετήσω σύγχρονους έλληνες ποιητές, να έρθω και να προσκυνήσω τη γη της Ελλάδας. Το αγαπημένο μου μάθημα στη φιλολογική σχολή του Πανεπιστημίου μου ήταν η «Αρχαία ελληνική λογοτεχνία», και είμαστε πολύ υπερήφανοι που ένα από τα καλύτερα στη Ρωσία εγχειρίδια της Αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας είναι γραμμένο από την Νταγκεστανή ακαδημαϊκό Άζα Τάχο-Γκόντι. Υπάρχουν πάρα πολλά ωραία μέρη στον κόσμο, λίγα όμως είναι εκείνα που θέλεις να προσκυνήσεις. Η Ελλάδα είναι αυτός ο τόπος. Τι θα ήθελα να πω στους αναγνώστες; Είμαι μια απλή ποιήτρια, ούτε καν διάσημη, και συχνά αναρωτιέμαι αν έχω το δικαίωμα να ακουστώ. Αν τα θέματά μου παρουσιάζουν ενδιαφέρον; Απλά θέλω να σας μιλήσω για την αγάπη μου για τον Καύκασο, για την ανησυχία μου για τη μοίρα του, όπως και για τις μοίρες όλου του κόσμου.

Να πω, ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη από διάλογο με άλλους ανθρώπους, για να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, για να αλληλοβοηθηθούμε…