Ο καθρέφτης


ο καθρέφτης

της Νάταλι Λέκκα

Τον τελευταίο καιρό, κάτι έχει αλλάξει πάνω μου δραματικά. Ο μεγάλος, σκαλιστός καθρέφτης του δαπέδου που έχω στο σαλόνι μου, ο ολόσωμος καθρέφτης στην κρεβατοκάμαρά μου και όλοι οι καθρέφτες που κοιτάζω κάθε μέρα, εντός η εκτός σπιτιού, μικροί ή μεγάλοι, επιμένουν να με δείχνουν ασυνήθιστα άσχημη.

Το λαμπερό μου χαμόγελο φαίνεται άκομψα χλωμό και τα μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια μου, το ωραιότερο χαρακτηριστικό του προσώπου μου, είναι μονίμως θλιμμένα και συλλογισμένα. Φαίνομαι συνέχει απογοητευμένη. Απογοητευμένη από τη ζωή, απογοητευμένη από τον ίδιο μου τον εαυτό; Έχω χάσει κάθε διάθεση για απόλαυση. Εδώ και ένα μήνα περίπου, όπου και να κοιτάξω γύρω μου, με στοιχειώνει η ίδια ταλαιπωρημένη εικόνα μου και δεν μπορώ να γυρίσω το βλέμμα μου αλλού, μήτε να κρυφτώ πουθενά.

Την Τρίτη που μας πέρασε αποφάσισα να πλύνω το μεγάλο καθρέφτη δαπέδου. Έφερα ένα σκαμνί για να φτάσω τις θεόρατες διαστάσεις του, παρατηρώντας από κοντά, και για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, την παχιά σκόνη που είχε θρονιαστεί στις τέσσερεις γωνίες του σαν απρόσκλητος επισκέπτης . Ούτε που θυμόμουν πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχα αγοράσει αυτόν τον πανέμορφο καθρέφτη, από εκείνο το μικρό μαγαζάκι με τα κινέζικα είδη, στην οδό Πανόρμου.

Ανέβηκα πάνω στο σκαμνί παραπατώντας. Κοίταξα με απέχθεια τη σκόνη που ροκάνιζε το σκαλιστό καθρέφτη πιθαμή προς πιθαμή και ντράπηκα για την κατάσταση στην οποία τον είχα αφήσει. Είδα τον εαυτό μου να καθρεφτίζεται μέσα του. Φαινόμουν ασυνήθιστα σκοτεινή, πολύ περισσότερο τώρα μάλιστα, που η εικόνα μου παραμορφωνόταν από τον ανεπιθύμητο μανδύα σκόνης.

Τι άλλο είχα να κάνω εκείνη τη μέρα εκτός από τον καθρέφτη; Τα παράθυρα και το μπαλκόνι. Και μετά; Μετά θα πλήρωνα τους λογαριασμούς που χρώσταγα εδώ και εβδομάδες, θα έφτιαχνα κάτι απλό να φάω και θα έπαιρνα τους γονείς μου τηλέφωνο να ζητήσω ξανά δανεικά. Ο μήνας θα έβγαινε πάλι με το ζόρι και θα αναγκαζόμουν να ρίξω για άλλη μία φορά την αξιοπρέπειά μου και να δανειστώ ξένα λεφτά από δεξιά και αριστερά. Μετά, με περίμενε το διόρθωμα λίγων γραπτών που είχα πάρει από το φροντιστήριο, για να κλείσει η νύχτα μου παρέα με την τηλεόραση. Κάπως έτσι ήταν οι μέρες μου εδώ και αρκετούς μήνες…

Άρχισα να καθαρίζω σχολαστικά τον καθρέφτη με νωπό πανί, από πάνω προς τα κάτω. Με κάθε επιδέξια κίνηση που έκανα, έβλεπα τα τραχιά και ταλαιπωρημένα χαρακτηριστικά του κουρασμένου προσώπου μου να καθαρίζουν όλο και περισσότερο. Ένιωθα βαθιά πλήξη. Το παραιτημένο χτες δε διέφερε σε τίποτα από το ανιαρό σήμερα και αυτό με τη σειρά του θα ήταν ολόιδιο με ένα ανεπιθύμητο αύριο. Η σκέψη αυτής της αβάσταχτης μονοτονίας με σκότωνε. Ένιωθα ότι ο καθρέφτης μού έτρωγε τα όνειρα, γιατί μπροστά σε αυτόν δε μπορούσα να κρυφτώ ποτέ, ούτε να προσποιηθώ.
Ξαφνικά, οι γωνίες του καθρέφτη άρχισαν να λαμπυρίζουν παράξενα και σιγά, σιγά ολόκληρος ο καθρέφτης δαπέδου άρχισε να υγραίνεται. Μικρά, υγρά κυματάκια ξεκινούσαν από τις άκρες του και έφταναν μέχρι το κέντρο του με παλινδρομικές κινήσεις, σχηματίζοντας μικρές νερό-ρουφήχτρες. Το νερό στροβιλιζόταν ήρεμα πάνω στη διάφανη επιφάνεια του καθρέφτη και ένιωθα ότι με προσκαλούσε να… βουτήξω μέσα του.
Έφερα, στην αρχή διστακτικά, το χέρι μου κοντά στον καθρέφτη και το βούτηξα αργά αργά μέσα στο ασημένιο υγρό. Η υγρή κουρτίνα που έπεφτε μπροστά στο λαμπερό καθρέφτη ήταν πολύ λεπτή και το χέρι μου πέρασε εύκολα στην απέναντι πλευρά. Ένιωσα μια ευχάριστη δροσιά από την άλλη μεριά, που σχεδόν ήρθε να με λυτρώσει από τον αφόρητο καύσωνα της Αθήνας.
Κατέβηκα από το σκαμνί σαστισμένη και κοίταξα το θεόρατο καθρέφτη από απόσταση, σε όλο του το μεγαλείο. Στεκόμουν στο κατώφλι μίας νέας διάστασης. Έκανα ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά. Να μπω ή να μην μπω; Το μπλε ή το κόκκινο χάπι;
Διάλεξα το κόκκινο. Έκλεισα τα μάτια και βούτηξα στο άγνωστο…

Μπροστά μου, έβλεπα ξεκάθαρα ένα στενό διάδρομο που έληγε στα 20 μέτρα και στο τελείωμά του, λαμπίριζε μια άλλη υγρή κουρτίνα, όμοια με αυτή που μόλις είχα αφήσει πίσω μου, αλλά πολύ μικρότερη σε μέγεθος. Ένας νέος καθρέφτης με προσκαλούσε στο δικό του κόσμο.

Προχωρούσα αργά αλλά σταθερά. Ο δροσερός αέρας του διαδρόμου μου έδινε, όλως περιέργως, την εντύπωση ότι βρισκόμουν σε υποθαλάσσιο τούνελ, χωρίς να έχω καμία εμπειρία τέτοιου είδους. Όσο πλησίαζα το νέο καθρέφτη, ο αέρας ξαναγινόταν αποπνιχτικά ζεστός.

Πέρασα πρώτα τα χέρια μου, μετά το κεφάλι μου και με κόπο κατάφερα τέλος να περάσω και το υπόλοιπό μου σώμα. Ένιωθα ότι πηδούσα από ανοιχτό παράθυρο…

Γυρίζοντας πίσω το βλέμμα μου, συνειδητοποίησα ότι είχα περάσει μέσα από ένα μισό- ραγισμένο καθρέφτη που στεκόταν στερεωμένος πάνω σε έναν άβαφτο τοίχο, με ετοιμόρροπα τούβλα. Ο χώρος έμοιαζε με πρόχειρη τουαλέτα κοινού. Κοιτάζοντας καλύτερα γύρω μου, συνειδητοποίησα ότι όντως επρόκειτο για τουαλέτα υπαλλήλων που δούλευαν μάλλον σε κοντινές εγκαταστάσεις.

Βγήκα έξω από τον αφιλόξενο χώρο και κοίταξα το περιβάλλον με μεγάλη περιέργεια. Βρισκόμουν το δίχως άλλο στην εξοχή ή σε κάποια περιφερειακή επαρχία της πόλης. Τίποτα όμως από αυτό που έβλεπα δε μου θύμιζε την Ελλάδα. Τα δέντρα, η πυκνή βλάστηση, τα χαμηλά πλίθινα κτίσματα μου θύμιζαν χώρα φτωχή και…

Ξαφνικά είδα κάποιον να έρχεται προς το μέρος μου. Πήγαινε στις τουαλέτες. Από την ανυποψίαστη συμπεριφορά του κατάλαβα ότι δε με είχε δει, ή μάλλον, ότι δε μπορούσε να με δει. Έμοιαζε πολύ ταλαιπωρημένος και φορούσε φόρμα εργάτη. Ήταν Κινέζος.

Σύντομα, άρχισαν να μαζεύονται και άλλοι εργάτες, άντρες και γυναίκες, όλοι Κινέζοι. Μίλαγαν μεταξύ τους, χωρίς να μπορούν να με δουν, χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι λένε. Τους είχε ξεβράσει όλους το κοντινό εργοστάσιο και έρχονταν μέχρι εδώ για να ξεσκάσουν και να ξεκουραστούν. Οι περισσότεροι βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Οι φόρμες τους ήταν λερωμένες, τα χέρια τους πληγιασμένα και τα δάχτυλά τους τυλιγμένα σε αυτοσχέδιες γάζες. Ένιωθαν ταλαιπωρημένοι, μόνοι τους, χαμένοι.

Και τότε την είδα. Είδα τη Γιουάν Σιάο. Με κοίταξε και την κοίταξα. Πως την κατάλαβα, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους Κινέζους, δεν ξέρω. Τα μάτια μου έπεσαν αμέσως πάνω στα δικά της και τότε ήξερα ότι εκείνη ήταν ο λόγος για τον οποίο βρισκόμουν τώρα εκεί.

Βρισκόμασταν σε μια περιφερειακή πόλη της επαρχίας Guangdong στη νότια Κίνα και η Γιουάν Σιάο με εμπιστευόταν και μου άνοιγε την καρδιά της. Και την καταλάβαινα απόλυτα. Είχε την ίδια ηλικία με μένα και ήταν πολύ στεναχωρημένη γιατί είχε αναγκαστεί να αποχωριστεί τα παιδιά της για να έρθει να δουλέψει εδώ. Οι δίδυμες κορούλες της, τεσσάρων χρονών, είχαν μείνει στο χωριό οπού γεννήθηκαν μαζί με τους γονείς της, δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από δω. Είχε και ένα σύζυγο που δούλευε σε άλλο εργοστάσιο της περιφέρειας. Τον περισσότερο καιρό όμως ένιωθε τρομαχτικά μόνη. Τα παιδιά της τα έβλεπε στις ελάχιστες ετήσιες άδειες που έπαιρνε από το εργοστάσιο.

Μπορούσα να καταλάβω ότι ζούσε κάτω από άθλιες συνθήκες στο εργοστάσιο όπου εργαζόταν. Δούλευαν όλοι μαζί μέσα σε αποπνικτικούς θαλάμους χωρίς κλιματισμό, χιλιάδες εργάτες, ο ένας δίπλα στον άλλο, όμοιοι με τα παιχνίδια που άφηναν οι ίδιοι πάνω στους κυλιόμενους ιμάντες. Έτρωγαν όλοι μαζί μέσα στον ίδιο θάλαμο και κοιμόντουσαν μαζί. Ακόμα και την προσωπική τους υγιεινή την μοιράζονταν με άλλα άτομα. Ζεστό νερό δεν είχαν, αλλά τις περισσότερες φορές και αυτό που έπιναν, μόνο νερό δεν ήταν. Όσο για τα… «ατυχήματα», αυτά τα κράταγαν κρυφά.

«Τους πονοκεφάλους και τους πυρετούς, στο πόδι τους βγάζω για να μη με διώξουν», μου είπε η Γιουάν Σιάο, «και την ίδια στιγμή εύχομαι μόνο να είναι καλά οι κόρες μου, γιατί αν πάθουν κάτι οι γονείς μου, δε θα υπάρξει κανείς για να τις κοιτάξει. Εσύ όμως γιατί είσαι εδώ;» συνέχισε, «ποιος σοβαρός λόγος σε φέρνει μέχρι εδώ; Τι προβλήματα μπορεί να έχει μια γυναίκα σαν και σένα;»

Άνοιξα το στόμα μου να απαντήσω αλλά δε βγήκαν λόγια από μέσα μου. Μόνο άηχες κραυγές. Γρήγορα, όλο γρηγορότερα, άρχισαν να παρελαύνουν οι εικόνες βασανισμένων ανθρώπων μπροστά στα μάτια μου. Έβλεπα πόσο άθλια ζει ο κόσμος, στην άλλη άκρη της γης, από τη γέννησή του μέχρι το θάνατο, και συνειδητοποιούσα ότι ποτέ κανένα βάσανο δικό μου δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τα δικά τους. Οι τραγικές εικόνες πέρναγαν μπροστά από τα μάτια μου και γύρω μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα και εγώ βρισκόμουν μέσα στη δίνη, στροβιλιζόμουν και χόρευα με τη δυστυχία και το θάνατο.

Βρισκόμουν ξανά μόνη στη μέση του σαλονιού μου. Ο σκαλιστός καθρέφτης μπροστά μου έκανε νερά ακόμα και οι μικρές νερό -ρουφήχτρες συνέχιζαν να στροβιλίζονται και να παίζουν τρελά παιχνίδια με τα μάτια μου. Στο μυαλό μου επικρατούσε βαθιά σύγχυση. Ήταν άραγε αληθινά όσα είχα δει;

Ο καθρέφτης ηρέμησε και μπόρεσα να ξαναδώ τον εαυτό μου μέσα του. Φαινόμουν πολύ σαστισμένη, αλλά εμφανώς πιο όμορφη…